Περιοδικό Πολιτικής Και Πολιτισμικής Παρέμβασης


Σε εποχές που βασιλεύει το ψέμα, η διάδοση της αλήθειας είναι πράξη επαναστατική
Τι είναι η πατρίδα Σάββα;

< Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας | Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας > 
Συγγραφέας Μήνυμα
ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ
Επισκέπτης





ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Κυρ Οκτ 13, 2013 6:29 pm    Θέμα δημοσίευσης: Τι είναι η πατρίδα Σάββα; Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
Τι είναι η πατρίδα Σάββα; - Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ
του Χρήστου Κυργιάκη



ΡΕΣΑΛΤΟ:
Όπως έχουμε αναλύσει, πολλές φορές, το πιο ταιριαστό αποτύπωμα της καπιταλιστικής σήψης και βαρβαρότητας, συνακόλουθα και της μοχθηρίας και της μωρίας, βρίσκεται στα μικροσκοπικά μορμολύκεια των «τεχνών και των γραμμάτων», στους «καλλιτέχνες» και «διανοούμενους» που σιτίζονται από το καθεστώς και τη σήψη του…

Γι αυτό βλέπουμε σήμερα όλα αυτά τα μικροσκοπικά μορμολύκεια του πνεύματος και της ραχιτικής διανόησης να ασπάζονται ενθέρμως της «ιδέες» της Νέας Εποχής (τις «ιδέες» της καπιταλιστικής κτηνωδίας και βαρβαρότητας), να τις προπαγανδίζουν ασυστόλως και χωρίς αιδώ, να διαλαλούν καυχησιάρικα το σκουληκίσιο στριφογύρισμά τους γύρω από την εξουσία και το χρήμα, να διαλαλούν τη μωρία τους και την αβυσσαλέα ηλιθιότητά τους…
Γι αυτό βλέπουμε ακόμα να βραβεύονται, σαν «αριστουργήματα», όλα τα υποπροϊόντα και όλες οι πνιγηρές αναθυμιάσεις της παρακμής μέσα στα ασήμαντα «καλλιτεχνικά» τερατουργήματα του πλανητικού σκοταδισμού…

Φυσικά μέσα σ’ ένα τέτοιο κυρίαρχο «καλλιτεχνικό» καθεστώς εξορίζονται τα πραγματικά καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Τα τυλίγει το σκοτάδι της σιωπής…

Και όμως, δίπλα, στη νεκρή «τέχνη» της καπιταλιστικής παρακμής υπάρχει και παλεύει η αυθεντική καλλιτεχνική δημιουργία: Μια μεταβατική επαναστατική Τέχνη που ακτινογραφεί τη σήψη και βαρβαρότητα του καθεστωτικού σκοταδισμού, που αναζητά τη λύτρωση του ανθρώπου μέσα από τον ΑΓΩΝΑ του συλλογικού Ανθρώπου…

Τέτοια είναι τα διηγήματα του Χρήστου Κυργιάκη: μικρά διαμάντια που πρέπει να διαβαστούν…

Θα αναδημοσιεύσουμε κάποια που συλλέξαμε.

Αρχίζουμε με το «τι είναι η πατρίδα Σάββα;» και «Βαρέθηκα να φοβάμαι…»


Τι είναι η πατρίδα Σάββα; - Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ

Ο διάλογος που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα πραγματικής μαρτυρίας ενός πρόσφυγα από τη Μικρά Ασία που υπηρέτησε στον τούρκικο στρατό.

Ο λοχαγός του τούρκικου στρατού απευθύνεται στους νεοσύλλεκτους κάνοντας ερωτήσεις διαγνωστικού χαρακτήρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται και αρκετοί φαντάροι ελληνικής καταγωγής.

- Τι είναι η πατρίδα Βαγγέλη; Το βλέμμα του Βαγγέλη γυρνάει αμήχανα αναζητώντας μάταια την απάντηση.

- Τι είναι η πατρίδα Μουράτ; Ούτε τώρα υπήρξε απάντηση.

- Τι είναι η πατρίδα Οκάν;


- Δεν ξέρω κύριε λοχαγέ.

Ο λοχαγός απευθύνεται στο λοχία για να σώσει την κατάσταση.


- Τι είναι η πατρίδα λοχία;

- Η μητέρα μου κύριε λοχαγέ.


Σίγουρος πια, ο λοχαγός, απευθύνεται στον Σάββα.

- Τι είναι η πατρίδα Σάββα;

- Η μητέρα τού λοχία, κυρ λοχαγέ;



Όταν αργότερα στη μικρασιατική καταστροφή ο Σάββας άκουγε τους άλλους Έλληνες να λένε πως θα πάνε στην «πατρίδα» σκεφτόταν πώς θα μπορούσε η μητέρα του λοχία να τους φιλοξενήσει όλους.

Φτάνοντας στον Πειραιά, λύθηκε η παρεξήγηση. Όμως για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του έβλεπε να γίνονται πράγματα άσχημα «για το καλό της πατρίδας».

Οι επόμενες γενιές των Ελλήνων μάθαιναν από τον εκάστοτε «λοχία» πως έπρεπε κάθε φορά να πληρώνουν τη νύφη, «για το καλό της πατρίδας».

Μας στρίμωξαν στην, όπως αποδείχτηκε, μέγγενη της ΕΟΚ, για το καλό της πατρίδας.

Ανάγκασαν τους αγρότες να ξεριζώνουν τα σπαρτά τους, μαζί και τις καρδιές τους, και να θάβουν τις σοδειές τους, μαζί και την ελπίδα τους, για το καλό της πατρίδας.

Εξώθησαν τους ψαράδες
να σπάνε τις βάρκες τους και μετά να τις καίνε, μαζί και τα όνειρά τους, για το καλό της πατρίδας.

Ξεπούλησαν τις κρατικές τράπεζες, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν σιγά σιγά τις απεργίες σε πράξεις παράνομες, για το καλό της πατρίδας.


Μετέτρεψαν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις σε παραμάγαζα του πολιτικού συστήματος, για το καλό της πατρίδας.

Ξεπούλησαν τις κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, για το καλό της πατρίδας.

Μας, έχωσαν στη ζώνη του ευρώ, πραγματοποιώντας σε μία νύχτα τεράστια ανακατανομή πλούτου χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο τη μετατροπή της δραχμής σε ευρώ, για το καλό της πατρίδας.


Έδωσαν το χαριστικό χτύπημα στα εισοδήματα των πολιτών, με τη φούσκα του χρηματιστηρίου, για το καλό της πατρίδας.

Κατέκλεψαν τα ασφαλιστικά ταμεία και τα δημόσια νοσοκομεία, για το καλό της πατρίδας.

Έφαγαν μέχρι σκασμού δημόσιο χρήμα και δημόσια γη με τις ευλογίες «μοναχών», «κουμπάρων», «φίλων» και «συγγενών», για το καλό της πατρίδας.


Υποθήκευσαν τα σπίτια μας στο τραπεζικό κέρδος, για το καλό της πατρίδας.

Μετέτρεψαν το νόμιμο σε ηθικό, τη λαμογιά σε ευφυΐα και την κουτοπονηριά σε μαγκιά, για το καλό της πατρίδας.

Κατέστρεψαν τις ζωές μιας ολόκληρης γενιάς,
φέρνοντας στο καθιστικό μας την τρόικα, για το καλό της πατρίδας.

Μας βάζουν να δανειζόμαστε από τους διεθνείς «νόμιμους» τοκογλύφους, για το καλό της πατρίδας.

άρπαξαν μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, δώρα, συμβάσεις και ετοιμάζονται να κάνουν άλλα τόσα, για το καλό της πατρίδας.

Καταστρέφουν μέρα με τη μέρα, τη δημόσια παιδεία και τραυματίζουν θανάσιμα τη δημόσια υγεία, για το καλό της πατρίδας.

Χαρίζουν δισεκατομμύρια ευρώ σε φοροφυγάδες και σε εργοδότες που δεν πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές, για το καλό της πατρίδας.

Σχεδιάζουν το μέλλον των παιδιών μας με τη «διά βίου μάθηση» σαν να είναι ανταλλακτικά της κερδοφόρας μηχανής των αφεντικών, για το καλό της πατρίδας.

Μήπως μας έχουν κάνει πάρα πολλά; Μήπως πρέπει να πούμε, ως εδώ;

Μάλλον ήρθε η ώρα να πάρουμε εμείς οι ίδιοι τις τύχες στα χέρια μας.


Μάλλον ήρθε, επιτέλους, η στιγμή να κάνουμε κάτι, όχι «για το καλό της πατρίδας» αλλά κάτι καλό «για την ίδια την πατρίδα».

Πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, πατρίδα είναι οι άνθρωποι, είναι όλοι αυτοί που παράγουν και έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν, είναι όλοι αυτοί που μια ζωή έδιναν για το καλό της πατρίδας και τώρα πρέπει η πατρίδα να τους ανταποδώσει το καλό αυτό.

Πατρίδα δεν είναι μια χούφτα αρπακτικών αφεντικών,
ούτε δύο χούφτες από κρατικοδίαιτα λαμόγια που θεωρούν προτέρημα το να μπορούν να κλέβουν, ούτε μισή χούφτα πατριδοκάπηλων που δέρνουν ανυπεράσπιστους μετανάστες.

Πατρίδα είναι το βλέμμα και το χαμόγελο των παιδιών μας, των παιδιών της διπλανής πόρτας, των παιδιών με άνεργους γονείς , με γονείς χρεωμένους, που αναζητούν και δικαιούνται ίσες ευκαιρίες στο δικό τους αύριο.

Αν κάποιος «λοχαγός», ρωτήσει τα σημερινά παιδιά, «τι είναι η πατρίδα;», ξέρουν πως πατρίδα είναι ό,τι μας πληγώνει και συγχρόνως ό,τι αγαπάμε. Γι’ αυτό δε θα τους αφήσουμε να την καταστρέψουν, θα τους διώξουμε εμείς νωρίτερα.

ΠΗΓΗ:

http://www.alfavita.gr/old/18677

Βαρέθηκα να φοβάμαι…




«Τρία χρόνια τώρα δεν κάνω τίποτε άλλο από το να φοβάμαι.

Στην αρχή φοβόμουν μη φτάσει η θύελλα και στη χώρα μας και δε μιλούσα, μέχρι που κάποια νύχτα άκουσα το βουητό της.
Μετά, φοβόμουν μη μας κόψουν τα δώρα και δεν έβγαζα άχνα, μέχρι που ήρθαν τα Χριστούγεννα και τα δώρα κόπηκαν.
Φοβόμουν μη μου μειώσουν το μισθό και δεν έλεγα κουβέντα σε κανέναν, μέχρι που κάποια πρωτομηνιά βρήκα το μισθό κουτσουρεμένο.
Άρχισα να φοβάμαι για τη δόση του στεγαστικού και σφράγιζα το στόμα μου, μέχρι που ήρθε η ειδοποίηση της τράπεζας ότι χρωστάω τρεις δόσεις.
Είχα το φόβο πώς θα τα καταφέρω αν η κόρη μου περνούσε στην επαρχία και κατάπινα την οργή μου αμάσητη μέχρι που της είπα πως δεν θα μπορέσει να πάει στην επαρχία στη σχολή που πέρασε.
Είχα το φόβο πού θα βρει δουλειά ο γιος μου τελειώνοντας τις σπουδές και έτρεχα στα βουλευτικά γραφεία, μέχρι που ένα μεσημέρι μου έδειξε την κάρτα ανεργίας.
Φοβόμουν μη χάσω τη δουλειά μου και ανεχόμουν πολλά, μέχρι που το αφεντικό μου έδωσε το χαρτί της απόλυσης.
Φοβόμουν για το μέλλον και είπα να βγω αμίλητος στη σύνταξη αλλά για δύο χρόνια ζούσα με δανεικά γιατί σύνταξη δεν έβλεπα και όταν τελικά την πήρα σκέφτηκα να τη χαρίσω στο Στουρνάρα για να νιώσει και αυτός τη χαρά του να έχει κάποιος ένα μισθό ή μια σύνταξη.
Φοβόμουν να μη χάσω το εξάπαξ και απέφευγα να μιλάω για την πολιτική, μέχρι που έμαθα πως τελικά θα πάρω το μισό μετά από, ποιος ξέρει, πόσα χρόνια.
Φοβόμουν μη φύγουμε από το ευρώ και πέσουμε στη χρεοκοπία και χειροκροτούσα τους ευρωπαϊστές, μέχρι που χρεοκόπησα μέσα στο ευρώ.
Φοβόμουν μη γυρίσουμε στη δραχμή και δεν έχουμε φάρμακα και έπνιγα το θυμό μου, μέχρι που κατάντησα να μην έχω φάρμακα γιατί δεν έχω τα ευρώ για να τα αγοράσω.
Φοβόμουν μη χάσω το γιατρό μου, την ασφάλισή μου και μούτζωνα οργισμένος τη Βουλή, μέχρι που κατέληξα να μην έχω ούτε γιατρό ούτε ασφάλιση και άρχισα να μουτζώνω τον εαυτό μου που πίστεψε πως με τις μούτζες θα έφερνα αποτέλεσμα.
Φοβόμουν για τη σύνταξη των 500 ευρώ της μάνας μου και το βούλωνα, δήθεν, με αξιοπρέπεια μέχρι που ένα μέρος της σύνταξης μου έγινε απαραίτητο μέσο επιβίωσης.
Φοβόμουν μην τυχόν και δεν έχω να δώσω χαρτζιλίκι στα παιδιά μου και δάκρυζα από θλίψη, μέχρι που τα είδα ένα πρωινό να φεύγουν για το σχολείο με σκυφτό το κεφάλι χωρίς χαρτζιλίκι.
Φοβόμουν να κοιτάξω τους μαθητές μου στα μάτια και έστρεφα από ντροπή, το βλέμμα μου αλλού, μέχρι που κατάλαβα πως ντρεπόμουν τους μαθητές μου επειδή ντρεπόμουν τον εαυτό μου για το μέλλον που τους παραδίδω.
Φοβόμουν να κάνω απεργία και δεν μιλούσα σε κανέναν απεργό, μέχρι που κατάλαβα πως δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι εγώ είχα το άδικο και όχι ο απεργός.
Φοβόμουν τους μετανάστες που ήθελαν να καθαρίσουν το παρμπρίζ του αυτοκινήτου και τους έδιωχνα βάζοντας σε λειτουργία τους υαλοκαθαριστήρες, μέχρι που μια μέρα διαπίστωσα πως τελικά ήθελε όντως καθάρισμα. Όχι το παρμπρίζ αλλά το μυαλό μου.
Άρχισα να φοβάμαι τα ξυρισμένα τάγματα εφόδου με τους επικεφαλής βουλευτές που κρύβονται πίσω από την ασυλία τους, μέχρι που κατάλαβα ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εμπροσθοφυλακή του ίδιου σάπιου συστήματος.
Φοβόμουν να ακούσω τους μακιγιαρισμένους τηλεπαρουσιαστές των δελτίων ειδήσεων και έψαχνα να βρω σε ποιο κανάλι έχει αθλητικά, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι όλοι αυτοί, απλώς έκαναν πολύ καλά τη δουλειά τους.
Φοβόμουν μη χάσω το αυτοκίνητό μου και έκανα πως δεν καταλάβαινα τι γίνεται γύρω μου, μέχρι που αναγκάστηκα να παραδώσω τις πινακίδες γιατί δεν είχα να πληρώσω τα τέλη κυκλοφορίας και την ασφάλεια.
Φοβόμουν μη χάσω την οργανική μου θέση και έτρεχα σε Διευθύνσεις και αιρετούς, μέχρι που βρέθηκα κάποιον Οκτώβρη να συμπληρώνω ωράριο σε τρία σχολεία.

Τώρα πια δεν φοβάμαι γιατί δεν έχω τίποτα να χάσω.
Τώρα έπιασα πάτο. Δεν αντέχω άλλο να φοβάμαι.

Πλέον, το μόνο ενδεχόμενο είναι να αρχίσω να ανεβαίνω. Αρκεί να πατήσω γερά τα πόδια.
Όμως, μόνος μου είναι αδύνατον. Δε μπορεί, σίγουρα θα υπάρχει ένας ακόμα σαν και μένα να του δώσω το χέρι να με τραβήξει και να τον τραβήξω. Ένας μόνος του δεν μπορεί. Δύο όμως είναι πιο εύκολο. Τρεις μαζί μπορούν ακόμα καλύτερα. Τέσσερεις, πέντε έξι, εκατοντάδες, χιλιάδες, τραβώντας ο ένας τον άλλον θα βγούν σίγουρα στην επιφάνεια.
Μπορεί να έπιασα πάτο, μπορεί η απελπισία να βρίσκεται παντού όμως δεν θα τους κάνω τη χάρη να υποκύψω, ούτε να εγκαταλείψω ούτε να αυτοκτονήσω.
Το φως των ματιών μου δεν τους το κάνω θυσία. Το θέλω για να βλέπω τα παιδιά μου, τους φίλους μου, τους μαθητές μου, τους συντρόφους μου, τους δικούς μου ανθρώπους. Όλους αυτούς που αξίζει να τους βλέπω και όχι να τους φτύνω.
Δεν θα θυσιάσω ούτε μια τρίχα των μαλλιών μου γι’ αυτούς που με έσπρωχναν όλα αυτά τα χρόνια μέχρι τον πάτο για να πατάνε πάνω μου και να μπορούν να έχουν τα καλοθρεμμένα κεφάλια τους στην επιφάνεια.
Όπου και αν βρεθώ θα τους πολεμάω. Θα πολεμάω να φύγουν, με όσες δυνάμεις διαθέτω.
Ξέρω πως ένας μόνος του αποκλείεται να τα καταφέρει. Δύο όμως είναι πιο εύκολο. Τρεις μαζί μπορούν ακόμα καλύτερα. Τέσσερεις, πέντε έξι, εκατοντάδες, χιλιάδες, πολεμώντας ο ένας δίπλα στον άλλον και ο ένας για τον άλλον σίγουρα μπορούν να φέρουν τα πάνω, κάτω.
Το «μαζί» είναι η δύναμή μας και το «καθένας μόνος του», η αδυναμία μας.
Μόνο τότε μπορούμε να τους πνίξουμε στη ίδια τη θλίψη με την οποία μας έχουν πλημμυρίσει.
Αρκετά πιάστηκε η μέση μας από το σκύψιμο. Είναι καιρός να αποκτήσουμε την όρθια κατακόρυφη στάση που ταιριάζει στα σώματα των ανθρώπων και όχι των υποζυγίων».

Επιστροφή στην κορυφή
Ροβεσπιέρος
Site Admin


Ένταξη: 13 Σεπ 2006
Δημοσιεύσεις: 3032

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Οκτ 16, 2013 5:08 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
Παιδιά ενός κατώτερου θεού
«Δάσκαλε θα το αφήσω το σχολείο…»

Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη



Χειμώνας του 2007, σε ένα μικρό νησί των Δωδεκανήσων, κάποιος μαθητής της τρίτης γυμνασίου, ας τον πούμε Σάββα, αν και δεν έχει σημασία το πραγματικό του όνομα, περιμένει στην αυλή του δημοτικού σχολείου τού απομακρυσμένου χωριού του, τον καθηγητή του για να του κάνει μάθημα στα πλαίσια της τότε ενισχυτικής διδασκαλίας.
Ήταν έξυπνο παιδί ο Σάββας. Τα μάτια του σπινθηροβολούσαν κάθε που άκουγε κάτι καινούριο και κάθε που μιλούσε για τη θάλασσα. Τα ίδια μάτια βούρκωναν, όταν τύχαινε, πολύ σπάνια, να μιλάει για τον πατέρα του.
Τον είχε χάσει το προηγούμενο καλοκαίρι σε ατύχημα την ώρα που ψάρευε. Μια απροσεξία, ένας λανθασμένος υπολογισμός, η ανάγκη για μεγάλη ψαριά, καθώς ήταν μεγάλη και η οικογένεια που έσερνε πίσω του, ήταν αρκετά για να συμβεί το ατύχημα.
Ο Σάββας ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Η μητέρα του αναγκάστηκε να δουλεύει από δω κι από κει, όπου έβρισκε για να τα φέρει βόλτα.
Την έβλεπε ο Σάββας και δεν το άντεχε.
«Δάσκαλε, θα το αφήσω το σχολείο», έλεγε συχνά. «Πρέπει να δουλέψω. Δεν ημπορώ να βλέπω τη μάνα μου να παιδεύεται. Αν ζούσε ο πατέρας μου θα πήγαινα και στο λύκειο για να σπουδάσω γιατρός που δεν έχουμε στο νησί»
«Και τι δουλειά θα βρεις να κάνεις χωρίς γράμματα, χωρίς ένα χαρτί στα χέρια σου;» του απαντούσε ο δάσκαλος.
«Ψαράς, σαν τον πατέρα μου, ή οτιδήποτες άλλο».
«Κοίτα που θέλει ο κώλος του να γίνει και γιατρός!» τον περιγέλασε κάποτε ένας γείτονας σαν άκουσε το Σάββα να λέει στο φίλο του το κρυφό όνειρό του. Μαχαιριά! Μα ο μικρός είχε μεγάλη καρδιά και του χαμογέλασε…
Ο Σάββας τελείωσε το γυμνάσιο, μα δεν συνέχισε στο λύκειο. Δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να κυνηγήσει το όνειρό του. Καμία Συντεταγμένη Πολιτεία και καμία Συντεταγμένη Κοινωνία δεν αγάπησε το Σάββα!

Χειμώνας του 2008,
σε μια πόλη της Θράκης, κάποιος μαθητής της δευτέρας γυμνασίου, ας τον πούμε Μουράτ, αν και δεν έχει σημασία το πραγματικό του όνομα, κάθεται μόνος σε μια γωνιά στο προαύλιο του σχολείου του. Άργησε να έρθει την πρώτη ώρα και έτσι περίμενε απ’ έξω.
«Γιατί είσαι έξω Μουράτ;» τον ρώτησε ο δάσκαλος, «Πάλι άργησες να ξυπνήσεις;».
«Όχι εγώ δάσκαλε, ο αδερφός μου δεν ξυπνούσε και έπρεπε να τον πάω στο νηπιαγωγείο»
«Οι γονείς σου;»
«Φεύγουν πρωί για τη δουλειά και τον ετοιμάζω εγώ. Όμως και πάλι, δεν ήθελα να μπω την πρώτη ώρα. Έχουμε Νέα Ελληνικά και δεν τα καταφέρνω. Δυσκολεύομαι να γράψω. Και πού θα μου χρειαστεί δάσκαλε να ξέρω να γράφω; Εγώ μηχανικός στα αυτοκίνητα θα γίνω»
«Αυτό θέλεις;»
«Όχι δάσκαλε. Αρχιτέκτονας για σπίτια θέλω, μα μηχανικός στα αυτοκίνητα θα γίνω».
«Να πάει στο νυχτερινό, για να πάρει το απολυτήριο γυμνασίου. Φρενάρει όλο το τμήμα. Να μην πάνε πίσω και οι καλοί μαθητές!» ήταν η παρότρυνση των εκπροσώπων της Συντεταγμένης Πολιτείας της Συντεταγμένης Κοινωνίας και της Συντεταγμένης Εκπαιδευτικής Κοινότητας μη χ@σ# μέσα.
Ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας ο Μουράτ, για να φτιάξει για την οικογένειά του ένα σπίτι καθώς δεν είχαν δικό τους και έμεναν στο νοίκι σε ένα χαμόσπιτο.

Χειμώνας του 2009, σε ένα μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήσων, όπου συναντάς τον πλούτο μαζί με τη φτώχια, τη χλιδή δίπλα στην εξαθλίωση, την πονηριά απέναντι από την περηφάνια.
Κάποια μαθήτρια της πρώτης τάξης του επαγγελματικού λυκείου, ας την πούμε Χριστίνα, αν και δεν έχει σημασία το πραγματικό της όνομα, καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, κάπου εκεί στα τελευταία θρανία, να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά.
«Να με συγχωρείς δάσκαλε. Είναι που δεν κοιμήθηκα απόψε ούτε μία ώρα»
«Κι ήρθες εδώ να κοιμηθείς;» της απάντησε ο «δάσκαλος» με ύφος.
«Όχι δάσκαλε, ήρθα για να μη χάσω το μάθημα»
«Και γιατί δεν κοιμήθηκες; Μη μου πεις ότι διάβαζες;»
Δεν απάντησε η Χριστίνα. Δεν καταδέχτηκε.
«Γιατί τον άφησες να σου την πει;» τη ρώτησε στο διάλειμμα μια φίλη της.
«Γιατί δεν της είπες ότι πρόσεχες την αδερφή σου που ψηνόταν στον πυρετό όλο το βράδυ;»
«Άσε ρε συ. Τι τον νοιάζει το δάσκαλο;» ήταν η απάντησή της.
Δεν είπε τίποτα για την άρρωστη αδερφή της, δεν είπε τίποτα για τη μάνα της που δούλευε νυχτερινή ούτε για τον πατέρα της που ήταν απών εδώ και χρόνια.
«Θα ήθελα να γίνω νοσηλεύτρια, αλλά πολύ δύσκολο. Πρέπει να φύγω από το νησί και δεν υπάρχουν τα λεφτά. Οπότε θα ψάξω για κάτι άλλο. Μπορεί σε κανένα κομμωτήριο ή σε καμιά καφετέρια. Τι να γίνει δάσκαλε, δεν μπορούν να σπουδάζουν όλοι» είχε πει η Χριστίνα σε μια συζήτηση μέσα στην τάξη σχετική με την επαγγελματική αποκατάσταση…

Άραγε τι νόημα έχουν οι εκπαιδευτικοί σχεδιασμοί, τα μεγάλα οράματα των υπεύθυνων της εκπαίδευσης, οι «ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές» που εξαγγέλλονται κάθε τόσο, οι κλαδικές διεκδικήσεις, τα «πρώτα ο μαθητής» και όλες οι άλλες κενολογίες που ακούμε συχνά όταν ξεχνάνε επιδεικτικά τον κάθε Σάββα, τον κάθε Μουράτ και την κάθε Χριστίνα;
Τι νόημα έχει η παιδεία μιας χώρας όταν αφήνει παιδιά έξω από αυτήν; Παιδιά ενός κατώτερου θεού με μεγαλείο ψυχής ενός ανώτερου θεού, αυτού που δεν έχουν και δεν θα αποκτήσουν ποτέ οι «υπεύθυνοι».


_________________
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα
σε καπιταλιστικό καθεστώς, είτε είναι απραγματοποίητες,
είτε είναι αντιδραστικές»(Λένιν)
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
ΠΑΛΑΙΜΑΧΟΣ
Επισκέπτης





ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Οκτ 17, 2013 5:12 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
«Θα ξανανταμώσουμε να είσαι σίγουρος, αλλά όχι στο καφενείο»
Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη



Σήμερα συμπληρώνεται ο τρίτος μήνας από τότε που ο φίλος μας κρατάει μόνο για τον εαυτό του αυτό το φοβερό μυστικό. Δεν μπόρεσε, ή μάλλον δεν θέλησε να το μοιραστεί με κανέναν. Ούτε με φίλο, ούτε με γνωστό, ούτε με συγγενή. Όμως είχε φτάσει πια στα όριά του. Ένιωθε πως δεν θα μπορούσε να το κρατήσει άλλο μέσα του. Τον έπνιγε, μέρα τη μέρα του έτρωγε τα σωθικά. Είχε δίκιο τελικά ο παππούς του που έλεγε συχνά πώς οι αρρώστιες των σπλάχνων είναι αρρώστιες ψυχής. Αυτούς τους τελευταίους μήνες, αισθανόταν πολύ συχνά πόνους στα σπλάχνα του ενώ ποτέ άλλοτε δεν είχε τέτοιου είδους ενοχλήσεις.

Όλα ξεκίνησαν πριν από ένα χρόνο περίπου,
όταν το αφεντικό του, του ανακοίνωσε πως στο εξής θα τον χρειαζόταν μόνο τις τέσσερις από τις πέντε μέρες της εβδομάδας, γιατί οι παραγγελίες είχαν μειωθεί άρα και τα δρομολόγια θα ακολουθούσαν μια αντίστοιχη μείωση. Του είπε επίσης πως όλοι οι οδηγοί το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και πως αν ήθελε θα μπορούσε να ψάξει αλλού για δουλειά αρκεί να του υπέβαλλε την παραίτησή του γιατί εκείνος δεν του πήγαινε η καρδιά να τον διώξει. Βέβαια του υπενθύμισε επίσης πως θα υπήρχε και μια αντίστοιχη μείωση στο μισθό του αφού θα μειωνόταν οι μέρες εργασίας του. Έτσι ήταν το δίκαιο.

Μετά από δυο με τρεις μήνες το αφεντικό του τον κάλεσε στο γραφείο του πάλι για να του πει πως θα έπρεπε να έρχεται μόνο για τρεις μέρες τη βδομάδα υπενθυμίζοντάς του πως θα υπάρχει και αντίστοιχη μείωση στο μισθό του.

Ο φίλος μας, 32 χρονών παλικάρι, ούτε στην πρώτη μα ούτε και στη δεύτερη μείωση είπε τίποτα σε κανέναν. Τους γονείς του δεν ήθελε να τους στεναχωρήσει. Είχαν κι αυτοί τα δικά τους. Μόλις που τα έφερναν βόλτα μετά από τις μειώσεις στις συντάξεις. Βάλε ότι κάποια φάρμακα δεν τα κάλυπτε πια το ταμείο, βάλε ότι κάποιες φορές πλήρωναν τους γιατρούς, περνούσαν πλέον δύσκολα οι μέρες.

Μα και στη Μυρσίνη δεν είπε ποτέ τίποτα. Σαν τι να της έλεγε; Πώς να της το ξεστόμιζε όταν εκείνη μετρούσε ήδη δύο μήνες στο ταμείο ανεργίας και περίμεναν και οι δύο μόνο από τον δικό του μισθό για να μπορέσουν, επιτέλους να ανοίξουν το δικό τους σπιτικό;

Είχε μαζέψει κάποια χρήματα στην άκρη
με σκοπό να κάνει έκπληξη «στη Μυρσίνη του» τη μέρα του γάμου τους. Καημό το’ χε εκείνη, να πάει ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Έστω και για δυο μέρες. Δεν είχε πάει ποτέ της και το είχε όνειρο κάποτε να της συμβεί. Θα της το ανακοίνωνε αμέσως μετά τα στέφανα, μα όπως ήρθαν τα πράγματα, τα λεφτά του ταξιδιού φαγώθηκαν σιγά-σιγά όλο αυτό το διάστημα.

Τις μέρες που δεν δούλευε, ο φίλος μας έφευγε κανονικά από το σπίτι του, σαν να πήγαινε στη δουλειά του. Έπαιρνε τον ηλεκτρικό και κατέβαινε στο τέρμα στον Πειραιά. Το’ πιανε στη συνέχεια με τα πόδια δίπλα στην προκυμαία και χάζευε τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι.

Την πρώτη φορά που είχε μπει στο μικρό καφενείο του λιμανιού, «το λιμανάκι των καημών», το έκανε για να προφυλαχτεί από την απρόσμενη καταιγίδα που ξέσπασε και τον βρήκε να συνομιλεί με έναν ναύτη έξω από το πλοίο της γραμμής που περίμενε την ώρα για να φύγει για τα νησιά του Αιγαίου.

«Πάμε στο καφενείο μέχρι να περάσει η μπόρα» του είπε ο ναύτης και ο φίλος μας, από ευγένεια, δεν έφερε αντίρρηση. Σκέφτηκε να του πει πως η δική του μπόρα θα διαρκέσει πολύ, μα τι να του εξηγούσε τώρα και του ναύτη;

Το ένα ποτήρι κρασί έφερε το άλλο, η μία κουβέντα μπόλιαζε με την επόμενη και το ένα περιστατικό κοντά στο άλλο κεντούσε σαν πρόκα τις καρδιές τους.

Το κρασί σαν το πίνεις με φίλους είναι γιατρικό, μα σαν το πίνεις συντροφιά με τη μοναξιά, είναι σκέτο δηλητήριο. Κι εδώ σε τούτον τον μικρό καφενέ οι μοναξιές περίσσευαν. Κάθε θαμώνας κι από μία. Τι κι αν κάθονταν ο φίλος μας με το ναύτη στο ίδιο τραπέζι; Ο καθένας σήκωνε το δικό του σταυρό στον δικό του Γολγοθά.

Όλο και πιο συχνά ο φίλος μας περνούσε από το «λιμανάκι των καημών», πίνοντας πότε δύο, πότε τρία και πότε περισσότερα ποτήρια κρασί.

Είχε ακούσει τους μεγαλύτερους να λένε πως έπιναν για να ξεχνάνε μα πολύ σύντομα κατάλαβε πως πίνει κάποιος όχι για να ξεχνάει μα για να θυμάται. Κι εκείνος γι’ αυτό άρχισε να πίνει, για να θυμάται. Να θυμάται τα σχέδιά του, τα όνειρά του, τους στόχους του, τα θέλω του. Όμως, κάθε που άδειαζε το ένα ποτήρι και γέμιζε το άλλο, όλο και περισσότερο ένιωθε πως ήταν σα να έκανε μνημόσυνο στα σχέδιά του, στα όνειρά του, στους στόχους του και στα θέλω του.

Κάποιες φορές γυρνούσε στο σπίτι του ζαλισμένος, μη μπορώντας να σηκώσει το κορμί του. Τόσο πολύ είχε βαρύνει η ψυχή του που τα πόδια του δεν μπορούσαν να αντέξουν και λύγιζαν.

Μόλις περνούσε η ζάλη του κρασιού ένιωθε ντροπή,
θλίψη και απογοήτευση. Τα έβαζε με τον εαυτό του, όχι άδικα, για την έλλειψη αυτοσυγκράτησης, μα δεν μπορούσε να βρει ένα φταίξιμο να ρίξει στον εαυτό του για το ότι έμεινε χωρίς δουλειά.

Ναι, σήμερα συμπληρώνονταν τρεις ολόκληροι μήνες από τότε που το αφεντικό του τον απέλυσε αφού δεν δέχθηκε την προσφορά που του έκανε να δουλεύει μία μέρα τη βδομάδα.

Βρέθηκε πάλι στο λιμάνι, έξω από την πόρτα του καφενείου, έτοιμος να πάει στη γνώριμη θέση του, εκεί δίπλα στο παράθυρο, παρέα με τη μοναξιά του και πίνοντας γουλιά-γουλιά το δηλητήριο. Κάτι φωνές που άκουσε, τον έκαναν να γυρίσει το κεφάλι και να δει το ναύτη να ζητάει απεγνωσμένα βοήθεια καθώς τρεις λιμενικοί τον είχαν βάλει σε μια γωνία και τον χτυπούσαν ασταμάτητα με τα γκλομπς. Παραδίπλα γινόταν μάχη, σώμα με σώμα, ανάμεσα σε λιμενικούς και ναυτεργάτες.

Ο φίλος μας, δεν ανακατευόταν με πορείες, με διαδηλώσεις και τέτοια συναφή, μα το να βλέπει τρεις να χτυπάνε έναν μονάχο του δεν μπορούσε να το αντέξει. Όρμηξε με φόρα και έτσι γεροδεμένος καθώς ήταν τους πήρε αμπάριζα και τους τρεις λιμενικούς ελευθερώνοντας το ναύτη που προσπαθούσε αιμόφυρτος να συνέρθει.

Ουρλιάζοντας από την υπερένταση,
δεν πρόσεξε πίσω του έναν τύπο που δεν είχε στολή λιμενικού και κρατούσε ένα μακρύ λοστάρι, ο οποίος αφού πλησίασε αρκετά, του έριξε μια δυνατή στον αυχένα και τον άφησε αναίσθητο δίπλα στον μισολιπόθυμο ναύτη.

Όταν ο φίλος μας ξαναβρήκε τις αισθήσεις του,
διαπίστωσε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, μη μπορώντας να κουνήσει το κορμί του ούτε τόσο δα.

Ο πατέρας του είπε πως τη γλύτωσε παρά τρίχα
και η μάνα του πως τον βοήθησε ο Αη Νικόλας, μεγάλη η χάρη του. Η Μυρσίνη που δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, τον παρακάλεσε, σαν γίνει πρώτα καλά, να σηκωθούν και να φύγουν. Να πάνε στο χωριό ή σε μια ξένη χώρα. Ο εκπρόσωπος του λιμενικού σώματος τον διαβεβαίωσε πως διατάχθηκε ΕΔΕ και μεταφέροντάς του τις ευχές του υπουργού για γρήγορη ανάρρωση του υποσχέθηκε πως το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκκαλο.

Ο ναύτης του είπε να μην πιστεύει τις υποσχέσεις των υπουργών γιατί τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.

Όμως ο φίλος μας είχε πάρει ήδη δύο σημαντικές αποφάσεις.

Κρασί θα ξανάπινε μόνο τη μέρα του γάμου του και σχετικά με το φευγιό είπε να μην τους κάνει τη χάρη. Δεν θα πήγαινε πουθενά. Θα έμενε εκεί και θα κέρδιζε τη ζωή με νύχια, με δόντια και αν χρειαστεί και με αίμα. Όπως γινόταν πάντα δηλαδή. Θα κέρδιζε τη ζωή όπως την κέρδισαν τόσοι και τόσοι άλλοι σαν κι αυτόν όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Τη μέρα που ο φίλος μας βγήκε από το νοσοκομείο, πήρε τη Μυρσίνη από το χέρι και χαιρετώντας τον ναύτη που ήρθε να του ευχηθεί «σιδερένιος» του είπε:
«Θα ξανανταμώσουμε να είσαι σίγουρος, αλλά όχι στο καφενείο»


Ο κύριος Χ απολύθηκε. Ε και;
Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη



Εκείνο το πρωινό δεν έμοιαζε σε τίποτα με τα προηγούμενα εκτός από την ένδειξη του ρολογιού τη στιγμή που άνοιγε την πόρτα για να βγει από το σπίτι.

Είπε σε όλους «καλημέρα», έκλεισε την πόρτα πίσω του καθώς έφευγε και πήγε προς τη στάση του λεωφορείου.

Ο αέρας λυσσομανούσε, επίτηδες θαρρείς, για να του επισημάνει πως η σημερινή μέρα δεν θα είναι όπως οι προηγούμενες.

Περίμενε το λεωφορείο της γραμμής το οποίο έφτασε στην ώρα του, χαιρέτισε τον οδηγό μπαίνοντας και κάθισε στο τελευταίο κάθισμα δίπλα στο παράθυρο για να μπορεί να πετάει έξω το απλανές βλέμμα του.

Κόσμος μπαινόβγαινε στο λεωφορείο καθώς για να κυλήσουν οι δουλειές και οι τροχοί χρειάζονται άνθρωποι, χέρια, νους και κυρίως ουσία, μεδούλι δηλαδή κανονικό.

Κανένας τους δεν μιλούσε, κανένας δεν κοίταζε γύρω του. Ούτε ένα χαμόγελο δεν έβλεπες σε κείνο το λεωφορείο. Τι στα κομμάτια; Λες και θα πλήρωνε φόρο όποιος χαμογελούσε. Αλλά πάλι, χαμογελάς έτσι χωρίς λόγο; Για να σπάσει έστω και λίγο το χείλι του ανθρώπου χρειάζεται μια ευχάριστη ανάμνηση, μια χαρούμενη σκέψη, μια όμορφη προσμονή. Όταν τίποτε από αυτά δεν υπάρχει τότε το χαμόγελο παραπέμπει σε ψυχική διαταραχή λένε οι ειδικοί.

Κατέβηκε στην επόμενη στάση και προχώρησε προς το κτήριο που βρισκόταν ακριβώς από πίσω. Πέρασε τη μεγάλη γυάλινη είσοδο του κτηρίου και κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ, όπως κάθε μέρα εδώ και 20 περίπου χρόνια, μόνο που για πρώτη φορά, τα πόδια του δεν υπάκουαν. Στάθηκε καρφωμένος στο ίδιο σημείο για μερικά δευτερόλεπτα μέχρι που η φωνή του άντρα της ασφάλειας του κτηρίου τον επανάφερε στα συγκαλά του.

Συνέχισε τη γνώριμη διαδρομή προς τον τρίτο όροφο του κτηρίου και έφτασε έξω από το γραφείο της διεύθυνσης της εταιρείας. Σκέφτηκε προς στιγμήν πως έκανε λάθος που δεν είπε τίποτα στη γυναίκα του και τα παιδιά του, αλλά γρήγορα κατέληξε πως αυτή ήταν η σωστή επιλογή. Κάτι άλλο περισσότερα προβλήματα θα δημιουργούσε παρά θα έλυνε.

Ο διευθυντής τον περίμενε με τα απαιτούμενα χαρτιά πάνω στο γραφείο του έτοιμα για υπογραφή. Ο δικηγόρος της εταιρείας, παρών κι αυτός, αποτελούσε την απαραίτητη ανθρώπινη προσθήκη στο ντεκόρ της απόλυσης που είχε αποφασιστεί.



«Λυπούμαστε κύριε Χ. Πραγματικά λυπούμαστε μα δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς», του είπε με φονικό χαμόγελο ο δικηγόρος.

«Η εταιρεία θα προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του προσωπικού και των μισθολογικών εξόδων με σκοπό να καταστεί βιώσιμη και ανταγωνιστική. Θα γίνουν περικοπές της τάξης του 50% για να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία της και να μην κλείσει τελείως. Σε μια τέτοια περίπτωση θα έχαναν όλοι τη δουλειά τους. Φαντάζομαι πως δεν θα θέλατε κάτι τέτοιο για τους συναδέλφους σας; Έχουν οικογένειες, παιδιά υποχρεώσεις. Έτσι δεν είναι κύριε Χ;», συνέχισε ο διευθυντής παίρνοντας τη σκυτάλη από τον δικηγόρο.

Ο κύριος Χ δεν απάντησε παρά κούνησε το κεφάλι πάνω κάτω, δίνοντας στους άλλους να καταλάβουν πως πρέπει να κάνουν γρήγορα για να τελειώνουν.

«Σχετικά με την αποζημίωσή σας, νομίζω δεν θα είχατε αντίρρηση να σας χορηγηθεί, με βάση τις κείμενες νομοθεσίες φυσικά, σε 20 ισόποσες δόσεις; Ξέρετε, η εταιρεία δεν διαθέτει τη ρευστότητα που απαιτείται για να σας καταβληθεί η αποζημίωση εφάπαξ. Το καταλαβαίνετε, έτσι δεν είναι κύριε Χ;», ξαναπήρε το λόγο ο δικηγόρος.

Ο κύριος Χ, ξανακούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι, πήρε το χαρτί της αποζημίωσης στα χέρια και διαβάζοντάς το του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν από τα νεύρα. Το ποσό της αποζημίωσης που αναγραφόταν ήταν πολύ μικρότερο από αυτό που εκείνος είχε κατά νου.

«Μα…», προσπάθησε να ψελλίσει μια φράση αλλά ο δικηγόρος τον έκοψε.
«Είπαμε κύριε Χ. Όλα έγιναν σύμφωνα με τις κείμενες νομοθεσίες. Έχουν αλλάξει λίγο τα πράγματα, μην το ψάχνετε τώρα κι εσείς. Τι στο καλό, θα σας κοροϊδεύαμε ποτέ; Τόσα χρόνια συνεργάτης της εταιρείας;».

Μάζεψε ο κύριος Χ όλα τα χαρτιά που τον αφορούσαν, και με δυσκολία βάδισε προς την έξοδο. Μόλις που άκουσε πίσω του μια φωνή να του εύχεται «καλό κουράγιο». Χαμογέλασε με πίκρα χωρίς να μπορεί να προφέρει ούτε μία λέξη και σε λίγο βρέθηκε πάλι στη στάση να περιμένει το λεωφορείο της επιστροφής.

Άνοιξε την τσάντα του, έβγαλε ένα λευκό χαρτί και ένα στυλό και άρχισε να γράφει κάτι που το είχε διαβάσει πρόσφατα, αλλά δεν θυμόταν πού ακριβώς.

«Σήμερα, αποφασίζω να ξεκινήσω αγώνα ανυποχώρητο, μαζί με όλους όσους βρίσκονται στην ίδια μοίρα με μένα. Δεν ξέρω πόσοι θα ακολουθήσουν, πάντως εγώ το πήρα απόφαση. Έτσι δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω. Ντρέπομαι τον εαυτό μου, ντρέπομαι τα παιδιά μου. Για 20 χρόνια έκανα υπομονή και ανέχτηκα πολλά. Δεν μπορώ να ανεχτώ να μου κλέψουν όσα έφτιαξα όλα αυτά τα 20 χρόνια. Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει».


Αφού διάβασε και ξαναδιάβασε τα όσα έγραψε, άφησε το χαρτί στο παγκάκι της στάσης, έκλεισε την τσάντα του και μπήκε στο λεωφορείο της επιστροφής.

Μετά από λίγα λεπτά της ώρας, το χαρτί βρισκόταν στα χέρια του δικηγόρου της εταιρείας, ο οποίος ακολούθησε τον κύριο Χ αφού συζήτησε για λίγη ώρα με το διευθυντή της εταιρείας.

Ο δικηγόρος δίπλωσε το χαρτί, το έβαλε στην τσέπη του και στη συνέχεια άνοιξε το χαρτοφύλακά του. Έβγαλα από μέσα τα έγγραφα που του είχε δώσει πριν από λίγο ο διευθυντής.

Ήταν τα έγγραφα της δικής του απόλυσης καθώς θα έπρεπε και ο ίδιος, για να μην απολυθούν όλοι, να θυσιαστεί όπως ακριβώς ο κύριος Χ.

Για πρώτη φορά ένιωσε πραγματικά τα συναισθήματα που προκαλούσε ο ίδιος στους απολυμένους, όταν τους εξηγούσε τους λόγους της απόλυσης.

Ξεδίπλωσε πάλι το χαρτί που είχε αφήσει ο κύριος Χ και έκανε μια προσπάθεια να προσθέσει σ’ αυτό κάποιες προτάσεις.

Κανένας δεν έμαθε τι απέγιναν ο κύριος Χ και ο δικηγόρος της εταιρείας, αν και δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Μια προσεκτική ματιά μόνο να ρίξουμε γύρω μας και ίσως κάπου να τους διακρίνουμε. Ίσως τον κύριο Χ, ίσως τον δικηγόρο, ίσως τον εαυτό μας.


ΠΗΓΗ:
http://kyrgiakischristos.wordpress.com/

Επιστροφή στην κορυφή
ΘΑΛΕΙΑ
Επισκέπτης





ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Παρ Οκτ 18, 2013 7:40 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
Κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής…
Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη



Λέγεται πως το 1942, κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής κατοχής, τώρα διανύουμε τη δεύτερη, σε μια μικρή ελληνική επαρχιακή πόλη, ο Γερμανός ταγματάρχης, διοικητής του στρατού κατοχής, έκανε βόλτα στο μικρό πάρκο της πόλης το οποίο είχε μάθει πως φιλοξενούσε πάνω από πενήντα παγώνια. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε να βάλει εισιτήριο σε είδος για όποιον ήθελε να μπει στο πάρκο και να κάνει τη βόλτα του, θαυμάζοντας τα παγώνια.

Προχωρώντας πεζός μέσα στο πάρκο,
παρέα με τον λοχαγό του, είδε δίπλα σε κάτι θάμνους, ένα παγώνι νεκρό. Φιλόζωος όπως ήταν, μα και πλεονέκτης, κινήθηκε προς το νεκρό παγώνι για να διαπιστώσει πολύ σύντομα ότι πίσω από τους θάμνους υπήρχαν άλλα τρία παγώνια νεκρά. Αμέσως έδωσε εντολή στο λοχαγό του να διερευνήσει το θέμα και να βρει την αιτία που προκάλεσε το θάνατο των παγωνιών.

Ο λοχαγός, το επόμενο κιόλας πρωί, κάλεσε το δήμαρχο της πόλης και με τη βοήθεια ενός διερμηνέα τον ρώτησε αν γνωρίζει κάτι για την αιτία του θανάτου των παγωνιών. Ο δήμαρχος του απάντησε πως τα παγώνια πεθαίνουν από ασιτία, από έλλειψη τροφής. Το σιτάρι που τα τάιζαν σώθηκε εδώ και καιρό και κανένας δεν τους προμήθευσε ξανά, αφού όλο το σιτάρι πήγαινε για τις γερμανικές στρατιωτικές μονάδες.

Πήγε τα μαντάτα ο λοχαγός στον ταγματάρχη και ο δεύτερος αμέσως διέταξε να μεταφερθούν 30 σακιά με σιτάρι από τις στρατιωτικές αποθήκες στο σπίτι του δημάρχου κι εκείνος να φροντίσει ώστε να μη λείψει τροφή από τα παγώνια για το επόμενο χρονικό διάστημα.

Χάρηκε ο δήμαρχος όταν είδε τα 30 σακιά σιτάρι να αποθηκεύονται στο κατώι του αλλά δεν άφησε να φανεί η χαρά του στο διερμηνέα που του εξηγούσε τι έπρεπε να κάνει με το σιτάρι. Μόλις έφυγε ο διερμηνέας, έστειλε να φωνάξουν τον αντιδήμαρχο που ήταν το δεξί του χέρι και κατάλληλος για όλες τις δουλειές και του ανάθεσε, να πάρει 10 από τα 30 σακιά σιτάρι που ήταν στο κατώι και να τα πάει στον επιστάτη του πάρκου με την εντολή να δίνει το σιτάρι στα παγώνια για να μην πεθαίνουν από την ασιτία.

Αστραποβόλησε το μάτι του αντιδημάρχου ο οποίος μετέφερε τα 10 σακιά με σιτάρι στο σπίτι του και έστειλε κατόπιν το μικρό του γιο να μηνύσει στον επιστάτη να περάσει από το σπίτι του.

Σε λίγη ώρα ο επιστάτης περνούσε την πόρτα του σπιτιού του αντιδημάρχου ο οποίος, κοιτώντας τον με ύφος βλοσυρό του είπε να τσακιστεί να πάει έξω στην αυλή και να πάρει 4 από τα 10 σακιά με σιτάρι που θα βρει κάτω από τη μεγάλη αχλαδιά. Του εξήγησε λεπτομερώς τι θα κάνει το σιτάρι, υπενθυμίζοντάς του πολλές φορές ότι είναι διαταγή του Γερμανού ταγματάρχη.

Τσακίστηκε ο επιστάτης,
σφούγγισε με το μανίκι τον ιδρώτα στο μέτωπό του και μετέφερε με το κάρο που έσερνε ο ίδιος τα 4 σακιά σιτάρι, από το σπίτι του αντιδημάρχου, στο δικό του σπίτι που ήταν κοντά στο πάρκο. Χωρίς να καθυστερήσει, άφησε τα 3 σακιά με το σιτάρι στο υπόστεγο του σπιτιού του και αφού τα σκέπασε με κάτι κουρέλια για να μη φαίνονται πήρε το ένα σακί στον ώμο και κατευθύνθηκε προς το πάρκο για να βρει τον μπάρμπα Νίκο που έμενε με τη γυναίκα του και τα δύο μικρά παιδιά του σε μια καλύβα δίπλα στο περιφραγμένο μέρος που μαζεύονταν και τα παγώνια για να περνάνε τη νύχτα τους και ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το τάισμα των παγωνιών.

Στο μέρος εκείνο ο μπάρμπα Νίκος είχε μαζέψει και τρεις κοτούλες με έναν πετεινό που του τις είχε δώσει ο ξάδερφός του από το διπλανό χωριό για να τρώνε τα μικρά κανένα αυγό που και που. Πέντε κότες του είχε δώσει αλλά οι δύο ψόφησαν από έλλειψη τροφής. Πόσα σκουλήκια θα μπορούσε να έχει εκείνο το περιφραγμένο μέρος για να θρέψει έξι πτηνά; Να τις σφάξει πάλι τις λυπόταν έτσι ανυπεράσπιστες που τις έβλεπε οπότε τις τελείωνε η αφαγία πριν προλάβει να το καταλάβει.

Σαν είδε τον επιστάτη να πλησιάζει με το σακί στον ώμο και άκουσε για πού προοριζόταν το σιτάρι, χάρηκε, είναι η αλήθεια, μα και λυπήθηκε λίγο.

Έφυγε ο επιστάτης φοβερίζοντάς τον να κάνει καλά τη δουλειά του γιατί τη διαταγή την έδωσε ο ίδιος ο Γερμανός διοικητής «αυτοπροσώπου».

Ο μπάρμπα Νίκος,
γέμισε ένα παλιό μικρό τσουκάλι με σιτάρι για τις κότες του και το υπόλοιπο το πήρε στον ώμο και κίνησε στο πάρκο να βρει τα ξεθεωμένα από την ασιτία παγώνια. Έπρεπε να τους δίνει λίγο-λίγο το σιτάρι γιατί αν έτρωγαν απότομα μεγάλη ποσότητα θα έσκαγαν οι «γκούσιες» τους.

Τα βρήκε μαζεμένα
κάτω από μία μεγάλη λεύκα και τους έριξε να φάνε. Εκείνα, μόνο τον μπάρμπα Νίκο δεν έφαγαν. Τόση πείνα είχαν.

Γύρισε στο σπίτι, τάισε και τις κότες με τον πετεινό του και μπήκε χαρούμενος στην καλύβα του για να ξεκουραστεί.

Μετά από μία εβδομάδα, ο Γερμανός διοικητής με τη συνοδεία πάλι του λοχαγού του, θέλησε να βολτάρει στο πάρκο για να θαυμάσει τα παγώνια. Αφού περπάτησε για κάμποση ώρα, κοντοστάθηκε όταν είδε κι άλλο παγώνι να βρίσκεται νεκρό στο χώμα.

Άναψε, κόρωσε, πρασίνισε, κιτρίνισε, κοκκίνισε και αφού έριξε μια βρισιά απευθύνθηκε στο λοχαγό του για να μάθει τι είχε συμβεί. Του εξήγησε ο λοχαγός, με φωνή που έτρεμε, πως παρέδωσε 30 σακιά στο δήμαρχο με την εντολή να ταϊστούν τα παγώνια.

Την ίδια κιόλας μέρα ο δήμαρχος έδινε εξηγήσεις στον Γερμανό διοικητή οποίος ζήτησε να έρθουν αμέσως μπροστά του και ο αντιδήμαρχος με τον επιστάτη και φυσικά, ο μπάρμπα Νίκος, ο τελευταίος τροχός της άμαξας.

Το βράδυ, βρήκε τον μπάρμπα Νίκο στη φυλακή, απ’ όπου βγήκε μετά από ένα μήνα, και τους υπόλοιπους στα σπίτια τους να τα βάζουν με τον μπάρμπα Νίκο για το κακό που, παραλίγο, μπορούσαν να πάθουν.

Βγαίνοντας ο μπάρμπα Νίκος από τη φυλακή, πήγε και βρήκε το δήμαρχο ο οποίος του εξήγησε με πόση δυσκολία κατάφερε να τον γλυτώσει από το εκτελεστικό απόσπασμα. Τόσο μεγάλος ήταν ο θυμός του Γερμανού διοικητή!

Ο λοχαγός,
απομακρύνθηκε τις επόμενες μέρες από το πόστο του και τη θέση του κατέλαβε ένας άλλος λοχαγός που η παράδοση λέει πως ονομαζόταν φον Ράινχεμπαχ.

Το ίδιο συνέβη και με το δήμαρχο.

Η παράδοση δεν λέει αν ο δήμαρχος αντικαταστάθηκε με κάποιον άλλον που ονομαζόταν Παπαδήμος.


Είπαμε η ιστορία κάποιες φορές επαναλαμβάνεται ως φάρσα αλλά έχει και αυτό τα όριά του!


ΠΗΓΗ:

http://kyrgiakischristos.wordpress.com/
Επιστροφή στην κορυφή
Ροβεσπιέρος
Site Admin


Ένταξη: 13 Σεπ 2006
Δημοσιεύσεις: 3032

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Δευ Οκτ 21, 2013 7:19 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
Ο άσπονδος φίλος μου
Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη



Μπαίνοντας γρήγορα στο σπίτι, βρεγμένος ως το κόκαλο, πήγα κατευθείαν στο μπαλκόνι.
Εκεί με περίμενε, όπως κάθε φορά μετά από κάποια διαδήλωση, ο άσπονδος φίλος μου.

Είχε πάρει εκείνο το ειρωνικό του ύφος, όπως συνήθως, και μου χαμογελούσε κουνώντας το κεφάλι.
- Σου τα έλεγα εγώ αλλά δεν με άκουγες. Τι κατάλαβες που ξαναπήγες στο Σύνταγμα; Βγήκε τίποτα;
- Σαν τι περίμενες να βγει;
- Εγώ; Τίποτα! Εσύ περίμενες ότι θα έρθουν τα πάνω, κάτω.
- Δε με παρατάς λέω εγώ μες στα νεύρα μου; Άντε μην τα μαζέψεις όλα εσύ.
- Μπα! Έχουμε νευράκια; Εγώ σου φταίω που παίχτηκε το ίδιο έργο για μία ακόμη φορά; Πόσοι μαζευτήκατε; Καμιά δεκαριά χιλιάδες;
- Όχι, ήταν πολλοί περισσότεροι. Μπορεί και εκατό χιλιάδες.
- Σώπα! Αλήθεια; Μια διμοιρία των ΜΑΤ μπορεί να τα βάλει με 10.000 κόσμο. Βάλε πόσες διμοιρίες ήταν, πρόσθεσε και τους γνωστούς διακόσιους. Αρκούσαν για να σας διαλύσουν σε πέντε λεπτά.
- Ναι! Τελικά αρκούσε…
- Καλά, τόσες εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι, τόσοι συνταξιούχοι, τόσοι μισθωτοί, που ήταν όλοι αυτοί; Η νεολαία; Οι φοιτητές;
- Δεν ξέρω. Άσε με σε παρακαλώ. Που θες να ξέρω; Μάλλον στα σπίτια τους όπως και συ.
- Γιατί δεν κατέβηκαν όλοι αυτοί;
- Τι να σου πω; Άλλοι φοβήθηκαν, άλλοι πιστεύουν πως δεν θα βγει τίποτα, άλλοι πως οι αντίπαλοι είναι πολλοί δυνατοί…
- Άλλοι είναι βολεμένοι ακόμα ή νομίζουν ότι είναι. Πες το γιατί ντρέπεσαι;
- Δεν ντρέπομαι. Απλώς πιστεύω πως οι βολεμένοι είναι πλέον λίγοι.
- Ζεις στον κόσμο σου φίλε μου. Υπάρχουν ακόμη πολλοί βολεμένοι. Μπροστά σου βρίσκεται το καλύτερο παράδειγμα. Έχω τη δουλίτσα μου, το μισθό μου. Εφτακόσια θες; Εφτακόσια, αλλά τα έχω κάθε μήνα. Μπορεί να μου τα καθυστερούν λίγο, αλλά δεν πεινάω κιόλας.
- Και πως τα φέρνεις βόλτα;
- Κοίτα να δεις. Το πήρα απόφαση. Αυτοί δεν πρόκειται να σταματήσουν. Θα κόβουν, θα κόβουν μέχρι να σκάσουν από τη μάσα. Προκειμένου να σκάσω, άρχισα κι εγώ να κόβω.
- Ναι αλλά τι να πρωτοκόψεις;
- Έκοψα πρώτα τους πολλούς καφέδες. Πίνω έναν κάθε τρεις μέρες. Έκοψα τα ταβερνεία και τα ούζα και τελευταία έκοψα και το τσιγάρο. Έτσι γλυτώνω χρήματα και μειώνω χοληστερίνες, τριγλυκερίδια και νικοτίνες.
- Όπως πας θα κόψεις και το φαγητό. Με τα παιδιά τι κάνεις; Δεν έχουν αυτά ανάγκες;
- Όλα είναι σχετικά. Σταμάτησα να τους ψωνίζω ρούχα και παπούτσια. Ας βάλουν τα περσινά και τα προπέρσινα. Τι θα πάθουν; Εμείς πάθαμε τίποτα;
- Καλά! Τα δικά σου τα παιδιά δεν ψηλώνουν; Η πατούσα τους δε μεγαλώνει;
- Εντάξει! Όλο και κάποιος συγγενής βρίσκεται να μας τροφοδοτήσει. Έχουν κι αυτοί παιδιά που μεγαλώνουν. Όποια δεν τους κάνουν μου τα πασάρουν. Είπαμε, χρειάζεται αλληλεγγύη.
- Ναι αλλά, όπως πάει, σε λίγο δεν θα έχεις ούτε για τα βασικά. Φάρμακα, γιατρούς, φαγητό. Ξέχασέ τα.
- Έλα καημένε. Στο σόι μας είμαστε γερά σκαριά. Δεν αρρωσταίνουμε εύκολα. Όσο για το φαγητό, ένα πιάτο για να μην πεινάσουμε πάντα θα υπάρχει.
- Απορώ πώς μπορείς και είσαι τόσο αναίσθητος; Δε σε νοιάζει που έχεις να πας κινηματογράφο από τότε που παιζόταν ο Κόναν ο Βάρβαρος; Θέατρο πότε πήγες για τελευταία φορά;
- Τι να το κάνω το θέατρο και τον κινηματογράφο; Ανοίγω την τηλεόραση και έχει απ’ όλα. Άμα θέλω θέατρο βάζω ειδήσεις ή το κανάλι της Βουλής. Άσε που μαθαίνω και τούρκικα τσάμπα. Ήξερες ότι το «τσάμπα» είναι τούρκικη λέξη. Παλιότερα μάθαινα βραζιλιάνικα, μεξικάνικα και πάει λέγοντας.
- Άι σιχτίρ, να στο πω στα τούρκικα. Δεν τρώγεσαι απόψε. Πώς έχεις καταντήσει έτσι; Δε σε αναγνωρίζω. Έχεις γίνει σωστός ραγιάς. «Δε γίνεται τίποτα», «δεν αλλάζει τίποτα» «όλα είναι προαποφασισμένα». Όλο κάτι τέτοιες αηδίες μου ξεφουρνίζεις. Πώς δεν αλλάζει τίποτα; Η ζωή σου δεν έχει αλλάξει; Είναι ίδια όπως πριν; Όλα αλλάζουν προς το χειρότερο. Δεν το βλέπεις; Δεν έχεις άγχος για το μέλλον το δικό σου και των παιδιών σου; Τι κόσμο τους παραδίνεις μου λες; Τον κόσμο των 300 ευρώ το μήνα; Τους ρώτησες αν τον θέλουν;
- Και τι μπορώ να κάνω εγώ ρε φίλε; Μπορώ να αλλάξω εγώ τον κόσμο. Αυτοί έχουν το χρήμα και δεν λογαριάζουν κανέναν. Τι μπορώ να κάνω εγώ μόνος μου. Άντε και να κατέβαινα στο Σύνταγμα; Υπήρχε περίπτωση να κάνουμε ντου και να μπούμε μέσα; Όχι! Θα μας ψέκαζαν πάλι, θα τρώγαμε και καμιά μολότωφ στο κεφάλι και μετά θα φεύγαμε σαν τις κότες. Βλέπεις εσύ πουθενά φως;
- Μπορεί να μην το βλέπω αλλά ξέρω ότι υπάρχει. Όπου να΄ναι θα το δουν όλοι. Θα το δεις και συ μήπως και ξεστραβωθείς. Ξέρω επίσης πως ο λαός μας βρέθηκε πολλές φορές στο σκοτάδι αλλά μία σπίθα ήταν ικανή να προκαλέσει πυρκαγιά. Μια σταγόνα ήταν αρκετή για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Έχω την αίσθηση πως το ποτήρι έχει γεμίσει προ πολλού. Αυτό που λείπει, είναι η σταγόνα!
Τη συζήτηση μας τη διέκοψε ο ήχος του κινητού του άσπονδου φίλου μου. Τον είδα να γίνεται κατακίτρινος και μετά κατακόκκινος. Τον ρώτησα τι συμβαίνει; Με το ζόρι μπορούσε να ψελλίσει δυο λόγια. Κάποιος συνάδελφός του που δουλεύει μαζί του στην ίδια εταιρία, τον ειδοποίησε ότι η εταιρία πρόκειται σύντομα να κλείσει. Προσπάθησα να του δώσω κουράγιο αλλά μάταια. Αισθάνθηκα ότι ένιωσε πολύ άσχημα για όσα υποστήριξε πιο πριν αλλά δεν του το είπα. Έδειχνε τόσο λυπημένος και απογοητευμένος που δεν μπορούσε ούτε να σηκώσει το κεφάλι του για να με κοιτάξει.
- Και τώρα τι κάνουμε; Πώς θα τα βγάλω πέρα με έναν μισθό;
- Θα τα καταφέρεις, είμαι σίγουρος.
Κάπως έτσι τελείωσε η κουβέντα με τον άσπονδο φίλο μου. Άναψα τσιγάρο και του πρόσφερα. Πάντα έτσι έκανα όταν τον έβλεπα να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Άλλωστε, τον ξέρω χρόνια. Από τότε που γεννήθηκα.
Βλέπετε, ο άσπονδος φίλος μου, δεν είναι άλλος παρά ο ίδιος μου ο εαυτός.

ΠΗΓΗ:
http://kyrgiakischristos.wordpress.com/



_________________
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα
σε καπιταλιστικό καθεστώς, είτε είναι απραγματοποίητες,
είτε είναι αντιδραστικές»(Λένιν)
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
ΡΑΜΠΕΛΑΙ
Επισκέπτης





ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Οκτ 24, 2013 4:12 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
Τρώγοντας στις Κάνες με τους ισχυρούς το 1211
Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη



Την εποχή του Μεσαίωνα οι Κάνες ήταν φέουδο που ανήκε στο Μοναστήρι του Λερέν.

Στο καλύτερο πανδοχείο των Κανών από την προηγούμενη μέρα οι προετοιμασίες έδιναν και έπαιρναν γιατί εκείνο το βράδυ στις 2 Νοεμβρίου του 1211, ημέρα Τετάρτη, λίγο μετά τη δύση του ήλιου θα γινόταν συνάντηση των Μ20, δηλαδή, των αρχόντων των 20 μεγαλύτερων κρατιδίων-φέουδων του τότε γνωστού κόσμου.


Θα συζητούσαν τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο, σχετικά με την αύξηση των τιμών στα σιτηρά, τις αναταραχές που ξέσπασαν σε όλα τα κρατίδια από την άρνηση των μικροκαλλιεργητών να πληρώσουν και άλλους φόρους καθώς επίσης και το τι θα γινόταν με κρατίδιο της Γραικίας το οποίο χρησιμοποιούσαν ως καλοκαιρινό θέρετρο για το οποίο μαθεύτηκε πως τελευταία κινδύνευε με χρεοκοπία.

Πρώτος στο πανδοχείο έφτασε καβάλα στο άλογό του, με την απαραίτητη συνοδεία, ο οικοδεσπότης Δούκας Νικολαλά Σαρκοπεθαινί, χαρούμενος και ευτυχισμένος καθώς πρόσφατα έγινε πατέρας.

Αφού χαιρέτησε τους ανθρώπους του πανδοχείου, κάθισε στην κορυφή του τραπεζιού περιμένοντας να του φέρουν το κόκκινο κρασί που πάντα έπινε σε τέτοιες περιπτώσεις.

Μετά από λίγο, έφτασε και η Βαρόνη Ντιάμπολο Κέλμερ με την άμαξά της που την έσερναν 27 άλογα. Φουριόζα και αλαφιασμένη με το γνωστό, στυλ πάπιας, περπάτημά της μπήκε στο πανδοχείο χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν.

Ο Νικολαλά σηκώθηκε να την υποδεχτεί ρωτώντας την γιατί ήταν τόσο εκνευρισμένη. Εκείνη του απάντησε πως την έκανε έξαλλη ο Κόμης τους κρατιδίου της Γραικίας ο γνωστός Γκιώργκος παιντί Αντρέου επειδή αποφάσισε από μόνος του να βάλει όλους τους φτωχούς και τους δούλους του κρατιδίου του να ψηφίσουν. Ευτυχώς που δεν έκανε το λάθος να τους πει και για ποιο θέμα θα ψήφιζαν.

Ο Νικολαλά δεν της είπε τίποτα.
Στην κατάσταση που ήταν, φοβήθηκε να της ανακοινώσει την έκπληξη που ετοίμασε για τη σημερινή βραδιά.

Ένας-ένας κατέφτασαν όλοι οι άρχοντες εκτός από τον γνωστό Μελαμψό Πρίγκιπα Κλάμπακ Ε Μάμπα ο οποίος συνήθιζε να προσέρχεται πάντα τελευταίος για να κάνει εντύπωση.

Ενώ οι άρχοντες έτρωγαν και έπιναν ανοίγει η πόρτα του πανδοχείου και μπαίνει μέσα ένας ψηλόλιγνος άντρας φορώντας ένα μοντέρνο καπέλο. Δεν έγινε αντιληπτός ο ερχομός του γιατί δεν κατέφτασε στο πανδοχείο με άλογο ή άμαξα αλλά με ένα παράξενο μεταφορικό μέσο, άγνωστο στους υπόλοιπους άρχοντες που είχε μόνο δύο ρόδες.

Βλέποντάς τον ο Νικολαλά, τον αναγνώρισε αμέσως.
Ήταν ο Γκιώργκος παιντί Αντρέου.
Τον είχε προσκαλέσει κρυφά ο Νικολαλά χωρίς να πει τίποτα στους υπόλοιπους. Ήταν η έκπληξη που ετοίμασε για την αποψινή βραδιά.

Η Βαρόνη Ντιάμπολο Κέλμερ, όταν κατάλαβε ποιος ήταν αυτός ο άντρας που μπήκε στο πανδοχείο, κόντεψε να της πέσει από τα χέρια το αγριογούρουνο που έτρωγε.

Σε κάθε τέτοια συνάντηση
στη Βαρόνη σέρβιραν το μεγαλύτερο αγριογούρουνο που είχαν αρπάξει οι εισπράκτορες από τους χωρικούς.

Ο Νικολαλά την καθησύχασε
λέγοντάς της πως εκείνος τον κάλεσε και πως θα ήταν καλύτερα να περιμένουν και τον Μελαμψό Πρίγκιπα πριν κάνουν οτιδήποτε.

Πάνω στην ώρα, κατέφτασε και ο Πρίγκιπας Κλάμπακ Ε Μάμπα. Μπαίνοντας στο πανδοχείο, προς απογοήτευση των υπολοίπων, προχώρησε κατευθείαν προς τον Κόμη του κρατιδίου της Γραικίας. Αφού του έκλεισε το μάτι, του είπε, στη γλώσσα που και ο Γκιώργκος παιντί Αντρέου, καταλάβαινε καλύτερα από κάθε άλλη:
«Γκίβμι φάιβ Γκιώργκος, καλά τα καταφέραμε» (η απόδοση έγινε σε ελεύθερη μετάφραση) και τον αγκάλιασε με εγκαρδιότητα.

Οι υπόλοιποι άρχοντες σοκαρίστηκαν προς στιγμήν.
Το τι ακολούθησε στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της πολύωρης συνάντησης δεν το μάθαμε ποτέ.

Ίσως μετά από χρόνια βρεθεί κάποιος πάπυρος που να αναφέρεται στις αποφάσεις της συνάντησης εκείνης.


Αυτό που η Ιστορία κατέγραψε είναι πως οι αντιδράσεις των φτωχών και των δούλων του κρατιδίου της Γραικίας, συνεχίστηκαν πιο έντονες και μετά την συνάντηση των αρχόντων.

ΠΗΓΗ:
https://kyrgiakischristos.wordpress.com/

Επιστροφή στην κορυφή
ΘΑΛΕΙΑ
Επισκέπτης





ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Κυρ Οκτ 27, 2013 5:04 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
Δύο κείμενα για τις κατοχικές ύαινες…
Γραμμένα τον Ιανουάριο του 2012

Κάθε που ο μήνας τελειώνει 10 μέρες νωρίτερα. Γαμώτο!
Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη



Μήνες τώρα ψάχνει να βρει τι δεν έκανε σωστά, τι άλλο χρειάζεται να κάνει τώρα και πως πρέπει να κινηθεί στο μέλλον. Πώς του ξέφυγε έτσι ο έλεγχος, πώς τον προσπέρασε η ζωή ή μήπως εκείνος της βγήκε από δεξιά και έφυγε από το δρόμο;

Μια βόλτα με τα πόδια στους έρημους δρόμους θα ήταν ότι πρέπει για να μπορέσει να σκεφτεί. Έχει τόσο μεγάλη ανάγκη να σκεφτεί και να καταλήξει κάπου. Να καταλήξει στο γιατί έφτασε σε τόσο δύσκολη κατάσταση και πώς θα μπορέσει να βγει από αυτήν.

Ασυναίσθητα βάζει τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και ανακαλύπτει πως στη δεξιά του τσέπη έχει τη μοναδική του περιουσία. Πέντε ευρώ για να περάσει μέχρι το τέλος του μήνα και αυτός θέλει ακόμη άλλες δέκα μέρες.

Να ήταν μόνος του θα τα κατάφερνε, δεν το συζητάμε. Θα έτρωγε αέρα, θα έπινε μόνο νερό, θα έκανε τη «δίαιτα του μνημονίου», μα θα τα κατάφερνε.

Όμως τώρα, με τα παιδιά είναι αλλιώς. Τους έκοψε το θέατρο, τους σταμάτησε τον κινηματογράφο, δεν τους δίνει πια ούτε χαρτζιλίκι για το σχολείο. Καλά, για ρούχα και τέτοια, ούτε συζήτηση. Που να πάρει η ευχή. Το κόψιμο στο χαρτζιλίκι του στοίχισε περισσότερο από όλα. Θυμάται τα δικά του παιδικά χρόνια, ναι κάποτε ήταν κι εκείνος παιδί, σαν δεν είχε χαρτζιλίκι, όταν χτύπαγε το κουδούνι για διάλλειμα έπιανε μια γωνιά στο προαύλιο και δεν είχε όρεξη να μιλήσει με κανέναν. Η εικόνα των παιδιών του να κάνουν το ίδιο του τρυπούσε την ψυχή.

Προχωρώντας στάθηκε στη βιτρίνα ενός καταστήματος με ηλεκτρικά είδη όπου τρεις μεγάλες οθόνες τηλεοράσεων ήταν συντονισμένες σε τρία διαφορετικά κανάλια.

Δίπλα του ένα κοριτσάκι, πιασμένο από το χέρι της μαμάς, χοροπήδησε φωνάζοντας: «Κοίτα μαμά, ο Λάκης.

Είδες τι φοράει στο κεφάλι;» «Ναι! Του πάει πολύ!» συμφώνησε η μητέρα του κοριτσιού.

«Έλα μαμά, θα μου πάρεις ένα μπουκάλι νερό που διψάω; Τόση ώρα στο ζητάω!» «Κάνε υπομονή να πάμε στο σπίτι. Δεν έχω ψηλά μαζί μου.» απάντησε η μητέρα και έφυγαν βιαστικά, τραβώντας τη μικρή από το χέρι.

Έμεινε με την απορία κοιτώντας το φτερωτό κατασκεύασμα που φορούσε ο «Λάκης». Ένιωθε να διψά, όπως το μικρό κορίτσι, μα δεν είχε ούτε εκείνος ψιλά για να πάρει ένα μπουκάλι νερό. Βυθίστηκε στις σκέψεις του και πάλι λες και με τον τρόπο αυτό θα εύρισκε λύση στο πρόβλημά του.

Τα βάζει πάλι κάτω και τα πιάνει από την αρχή.
Ότι χρήματα είχε μαζέψει από 20 χρόνια δουλειάς, τα έδωσε για το σπίτι και πήρε και δάνειο γιατί δεν του έφταναν. Βοήθησαν λίγο και οι συγγενείς. Τι δόση, τι ενοίκιο, σκέφτηκε. Μία η άλλη ερχόταν. Κράτησε και λίγα στην άκρη για ώρα ανάγκης, και η ζωή κυλούσε. Μέχρι που άρχισαν τα πράγματα να μαυρίζουν.

Τα δώρα εξαφανίστηκαν, οι μισθοί κοπήκαν, μετά μίκρυναν κι άλλο, η ακρίβεια ροκάνιζε σαν το ποντίκι ότι περίσσευε, βάλε που άρχισε να πληρώνει σιγά-σιγά γιατρούς και φάρμακα, το μηνιάτικο δεν έφτανε και έβαλε χέρι σε κείνα τα λίγα που είχε για ώρα ανάγκης, αφού η ανάγκη, νάτη εμφανίστηκε και τον χαιρετούσε. Τα «έτοιμα» κάποια στιγμή τελείωσαν, δεν ήταν δα και 2,4 εκατομμύρια ευρώ, για να κρατήσουν για πολύ!

Εδώ και μερικούς μήνες η ζωή η δική του και της οικογένειάς του, έχει μειωθεί κατά το 1/3, αφού 10 μέρες περίπου πριν λήξει ο μήνας, τελειώνουν τα λεφτά.

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές του πέρασε από το μυαλό να πάρει ένα σχοινί και να πάει να δεθεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας στις κολώνες της Βουλής ή να κάνει κάτι μπας και κινητοποιηθούν και άλλοι. Δεν μπορεί να βρίσκεται μόνο εκείνος σ΄αυτή την κατάσταση. Αν πάλι βρίσκονται κι άλλοι, γιατί δεν γίνεται κάτι; Γιατί δεν αντιδρούν; Τι περιμένουν;

Και να πεις ότι δεν πήγε σε πορείες, ότι δεν έκανε απεργίες, ότι δεν πήγε στις πλατείες; Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Μάλλον δεν έφτανε. Μάλλον δεν φτάνει.

Αλλά και τούτη η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Ντρέπεται να κοιτάζει τα παιδιά του στα μάτια, ντρέπεται να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, ντρέπεται να του κάνει κάθε μήνα δώρο το 1/3 της ζωής της δικής του και των παιδιών του.

Περιμένει! Περιμένει από αυτούς που ηγούνται να κάνουν επιτέλους μια κίνηση εντυπωσιακή, μια κίνηση διαφορετική που θα παρασύρει και τους πολλούς για να βγουν στους δρόμους και να διεκδικήσουν. Όμως αυτοί που ηγούνται, λες και είναι βαλτοί, κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Κάνουν ότι μπορούν για να μένει ο κόσμος στο σπίτι του, να βλέπει το «Λάκη» και τον κάθε «Λάκη» να αλλάζει καπέλα και φουλάρια.

Μετά το ξανασκέφτεται και βλέπει ότι τον εαυτό του πάει να τον αθωώσει. Δεν μπορεί να μην έχει και ο ίδιος ευθύνη. Έχει και μάλιστα μεγάλη.

Όταν στις συνελεύσεις του σωματείου του δεν πήγαινε γιατί «θα ήταν πάλι οι ίδιοι που θα τσακώνονταν», όταν δεχόταν να ψηφίσει με τηλεφωνική υπόδειξη, όταν, με εξαίρεση τον τελευταίο χρόνο, δεν πήγαινε σε πορείες γιατί του είπαν πως «πρόκειται για επαναστατική γυμναστική» και όταν δεν απεργούσε γιατί «τα πράγματα δεν αλλάζουν με τις απεργίες αλλά με τις εκλογές», τότε , συγνώμη, αλλά καλά να πάθει.

Του αξίζουν, όχι μία αλλά, δέκα κυβερνήσεις Παπαδήμου και επιπλέον του αξίζει να του λένε κατάμουτρα, οι δημοκρατικά εκλεγμένοι, πως ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το έχουν διαβάσει, γιατί είχαν άλλες δουλειές εκείνη την περίοδο, όπως είπε, καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται, ο κύριος Χρυσοχοΐδης.

Είναι αυτός ο ίδιος κύριος που είπε πως αν αυτά τα μέτρα τα έπαιρναν σε άλλη χώρα, οι πολίτες θα επαναστατούσαν. Δηλαδή με άλλα λόγια, αποκάλεσε ηλίθιους και ραγιάδες του πολίτες και εκείνοι δεν αντέδρασαν.

Παίρνει το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι έχοντας υποσχεθεί στον εαυτό του πως από αύριο θα αναθεωρήσει πολλά πράγματα τα οποία αποδείχτηκαν λανθασμένα, όπως το να κάθετε να κλαίει τη μοίρα του. Μένει μόνο το να υλοποιήσει την υπόσχεσή του.
Άλλωστε, το ίδιο δεν ισχύει για όλους μας;

ΠΗΓΗ:
https://kyrgiakischristos.wordpress.com/


Ανθρωπόμορφες ύαινες με κοστούμια και ταγιεράκια
Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης



Μια νύχτα θα 'ρθει από μακριά,
αέρας Πεχλιβάνης
να μην μπορείς να κοιμηθείς,
μόλις τον ανασάνεις
θα 'χει θυμάρι στα μαλλιά,
κράνα για σκουλαρίκια
και μες στο στόμα θα γυρνά,
ρητορικά χαλίκια


Οι «ύαινες» θα πλησιάζουν ουρλιάζοντας, κάθε φορά θα ουρλιάζουν και περισσότερο. Θα δείχνουν τα δόντια τους για να σκορπίσουν το τρόμο μα τα κεφάλια τους θα είναι ανθρώπινα και θα φοράνε ακριβά κοστούμια και γραβάτες, οι αρσενικές, και σινιέ ταγιεράκια με μεταξωτά φουλάρια στο λαιμό και στους ώμους, οι θηλυκές. Θα μιλάνε γλώσσες πολλές, γλώσσες όλων των κρατών, όλων των εθνοτήτων, όλων των θρησκειών και όλων των χρωμάτων. Θα μιλάνε τη γλώσσα του λαού, μα και τη γλώσσα του Θεού, τη γλώσσα του χρήματος μα και της φτώχιας. Θα λένε ψέματα που θα μοιάζουν με αλήθειες και από όπου και αν περνάνε θα αφήνουν πίσω τους χήρες και ορφανά. Θα κλαίνε χύνοντας αίμα και όχι δάκρυα, και αντί για καρδιές θα έχουν τραπεζικές θυρίδες που θα ανοίγουν με κωδικούς και όχι με αισθήματα.

Θα φέρουν πάλι Κατοχή, συσσίτια και πεινασμένους, άστεγους και κουρελιάρηδες, Σωτήρες που θα διαχειρίζονται την πείνα, παιδιά με φουσκωμένες, από την αφαγία, κοιλιές και φουσκωμένες, από την οργή, ψυχές.

Θα ρίχνουν στον Καιάδα άρρωστους και ανάπηρους, γέρους και ανήμπορους.

Θα σέρνουν πίσω τους κοπάδια από νυφίτσες και αρουραίους, προσωρινούς συμμάχους και μελλοντικά τους θύματα. Κοπάδια ηλιθίων που προσμένουν μερτικό από τις «ύαινες», μεζέ από τα θηρία, μέχρι να γίνουν, πριν το καταλάβουν, μεζέδες οι ίδιοι.

Ποντίκια με παρωπίδες και όραση που φτάνει μέχρι τη μύτη τους με μυαλό κουκούτσι που νομίζουν πως ο κόσμος περιστρέφεται γύρω τους και κάνουν το προσωπικό τους συμφέρον καθολική ανάγκη.

Υπέρμαχοι και Υπερμαχίες, Αη Δημήτρηδες, Αη Γιώργηδες και Κομνηνοί, Χριστοί που έχουν δήθεν το χρίσμα, Χρηστοί που είναι δήθεν χρήσιμοι, προστάτες, τάχα, των πολλών, των προβάτων, των θυμάτων.

Και θα χαίρονται οι «ύαινες», που θα αφανίζουν τα θύματά τους με περισσότερη ευκολία, που θα γκρεμίζουν σχολεία και θα κλείνουν νοσοκομεία χωρίς καμία αντίδραση και δυσκολία.

Θα κατεβαίνουν την πλαγιά οι «ύαινες» και θα πέφτουν πάνω στα ανυπεράσπιστα χωριά καθώς οι άντρες των σπιτιών , αλυσοδεμένοι μες στα δάνεια και τις υποχρεώσεις θα κοιτάζουν ανήμποροι τον αφανισμό, χωρίς ούτε ένα δάκρυ να μπορούν να χύσουν.

Μέχρι τη νύχτα που «θα’ρθει από μακριά, αέρας Πεχλιβάνης» και θα σαρώσει τις «ύαινες», θα παρασύρει τα κοπάδια με τις νυφίτσες και τους αρουραίους, θα σπάσει τα δεσμά όλων, θα γκρεμίσει Τράπεζες και Υπουργεία-παραμάγαζα και θα βγάλει τον κόσμο από τα σπίτια του.

Θα είναι Βοριάς, κρύος που θα φέρει την Άνοιξη. Έρχεται! Ακούγεται η βουή του!


ΠΗΓΗ:
https://kyrgiakischristos.wordpress.com/

Επιστροφή στην κορυφή
ΘΑΛΕΙΑ
Επισκέπτης





ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Παρ Νοέ 01, 2013 4:38 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
Συναγερμός στο κουβέρνο
Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη



Το κουβέρνο έμοιαζε ανάστατο εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη. Είχε πάρει στην κυριολεξία φωτιά.

Οι υπουργοί και οι λοιποί παρατρεχάμενοι σβούριζαν δεξιά κι αριστερά ιδρωμένοι μέσα στα μεταξωτά τους βρακιά ρωτώντας ο ένας τον άλλον «Τι συμβαίνει;»

Ο πρωθυπουργός, κλεισμένος μέσα στο γραφείο με τους μυστικοσυμβούλους συζητούσαν το πώς θα μπορούσαν να αποφύγουν τα χειρότερα.


Δεν πάνε πολλές ώρες που έφτασαν τα μαντάτα από το Μεγάλο Βασίλειο της Ευρώπης και δεν ήταν μαντάτα καλά.

Η Μεγάλη Βασίλισσα έδωσε διορία στο υπουργικό συμβούλιο να βρει τρόπο να της στείλει μέσα σε δύο μήνες τα διπλά και τρίδιπλα χρυσά νομίσματα από όσα έστελνε μέχρι τώρα κάθε χρόνο. Αν δεν το έκαναν, όλοι οι υπουργοί θα έχαναν τις θέσεις τους και θα περνούσαν το υπόλοιπο της ζωής τους δουλεύοντας στα χωράφια και κόβοντας πλίνθους δίπλα στο βάλτο.

Τέρμα, δηλαδή, τα πλούσια φαγητά, τέρμα τα ακριβά ρούχα, οι ασημένιες άμαξες, οι ανέσεις, οι πολυτέλειες και οι διακοπές στο βουνό.

«Να το πούμε στους υπουργούς»,
πρότεινε ο ένας μυστικοσύμβουλος.

«Όχι. Πρέπει να ενημερώσω πρώτα με το Μεγάλο Δούκα της Αμερικής», τον έκοψε ο πρωθυπουργός.

«Το ξέρει ήδη», πετάχτηκε ένας άλλος μυστικοσύμβουλος.

«Και συ πώς το ξέρεις αυτό;» ρώτησε ο πρωθυπουργός
«…»

Η ατμόσφαιρα έγινε βαριά.



«Να βάλουμε τους ντελάληδες να βγούνε στα χωριά να ντελαλήσουν πρωθυπουργέ μου» πρόσθεσε ένα τρίτος μυστικοσύμβουλος.

«Τι να ντελαλήσουν;»

«Να πουν πως η Μεγάλη Βασίλισσα θύμωσε με τη συμπεριφορά τους. Αν δεν δώσουν όσα χρυσά νομίσματα τους έχουν απομείνει η χώρα μας θα βουλιάξει και οι ίδιοι θα πεινάσουν. Δεν το έχει σε τίποτα να μας διώξει από το μεγάλο Βασίλειο. Έτσι να τους πούμε. Η μόνη λύση είναι να καλοπιάσουμε τη Μεγάλη Βασίλισσα για να μας δώσει μετά λίγα χρυσά νομίσματα πίσω, με τόκο φυσικά και να μας κρατήσει υπό την προστασία της στο μεγάλο Βασίλειο»

Ένας άλλος μυστικοσύμβουλος που μέχρι τότε άκουγε χωρίς να μιλάει, ζήτησε το λόγο.

«Τόσα χρυσά νομίσματα δεν θα βρούμε από τους χωρικούς. Τους τα πήραμε τις προηγούμενες φορές. Πρέπει να πάρουν σειρά τα χωράφια. Όποιος δεν έχει χρυσά νομίσματα θα δίνει τα χωράφια του.»

«Τι να τα κάνει αγαπητέ μου τα χωράφια η Μεγάλη Βασίλισσα;», αναρωτήθηκε ο πρώτος μυστικοσύμβουλος.
«Δεν κατάλαβες πως όλα αυτά γίνονται για τα χωράφια;», τον αποπήρε ο πρωθυπουργός.

«Τι εννοείται; Θα έρθει η Μεγάλη Βασίλισσα να καλλιεργήσει κριθάρι και βρώμη για να βγάλει μπύρα;»
«Είσαι ανόητος ή παριστάνεις τον ανόητο; Θα έρθει να σκάψει για να βγάλει τα αρχαία και ότι άλλο κρύβεται θαμμένο χιλιάδες χρόνια τώρα κάτω από το χώμα. Γιατί νομίζεις ανησυχεί ο Μεγάλος Δούκας; Τα είχα τάξει σε κείνον.»

Η ατμόσφαιρα ξαναέγινε βαριά. Απ’ έξω οι υπουργοί πηγαινοέρχονταν στους διαδρόμους προσπαθώντας να μαντέψουν τι έχει συμβεί. Κανένας δεν είχε το θάρρος να χτυπήσει την πόρτα για να ρωτήσει τον πρωθυπουργό. Ήταν κανόνας. Όποτε συζητούσε με τους μυστικοσυμβούλους του απαγορευόταν ρητά να τον διακόψουν για οποιοδήποτε λόγο.

Ένας υπουργός δεν άντεξε. «Θα χτυπήσω την πόρτα να ρωτήσω», είπε στους υπόλοιπους και φτάνοντας μπροστά από τη μεγάλη ξύλινη πόρτα της αίθουσας μυστικών συνεδριάσεων κοντοστάθηκε και σήκωσε το χέρι, έτοιμος να πιάσει το ρόπτρο. Το ξανασκέφτηκε και κατέβασε το χέρι. Πήρε βαθιές ανάσες, βρήκε το κουράγιο και έπιασε το ρόπτρο χτυπώντας το τρεις φορές πάνω στη βάση του.

Η πόρτα άνοιξε σε λίγο και ο υπουργός, μπήκε στην αίθουσα.

«Τι θέλεις;», ρώτησε ένας μυστικοσύμβουλος.

«Θέλω τον πρωθυπουργό. Να τον ρωτήσω τι συμβαίνει;

Είμαστε όλοι αναστατωμένοι. Κυκλοφορούν φήμες ότι η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη.»

«Όντως είναι δύσκολη», του είπε ο πρωθυπουργός. «Δεν είναι η πρώτη φορά. Στο τέλος θα τα καταφέρουμε.»

«Νομίζω πως δεν καταλάβατε τι σας είπα. Όλοι οι υπουργοί είμαστε ανήσυχοι. Ο λόγος της ανησυχίας μας δεν έχει να κάνει με αυτό που νομίζετε.»
«Δηλαδή;»

«Ήρθαν οι μαντατοφόροι από ολόκληρη τη χώρα. Τα μαντάτα που φέρνουν δεν είναι τα καλύτερα.»

«Αν έχεις κάτι να πεις, πες το καθαρά. Αλλιώς μη μας τρως το χρόνο τσάμπα», του είπε πάλι ο μυστικοσύμβουλος.

«Οι χωρικοί ετοιμάζουν εξέγερση. Ήδη στα περισσότερα χωριά μαζεύουν ότι μπορεί να χρησιμεύσει για όπλο. Τσεκούρια, θκούλια, τσαπιά, αξίνες και ότι άλλο βρουν.»

«Και γιατί ετοιμάζουν εξέγερση; Οι εκλογές δεν τους φτάνουν;», απόρησε ο πρωθυπουργός.

«Λένε πως δεν αντέχουν άλλο», συνέχισε ο υπουργός.

«Γιατί; Μήπως πεινάνε; Θα μπορούσαν να μην έχουν ούτε ψωμί να φάνε.»

«Δεν είναι μόνο η πείνα και η φτώχια, λένε. Δεν έχουν φάρμακα, δεν έχουν ρούχα για τα παιδιά τους, δεν έχουν ξύλα να ζεσταθούν, τα σχολεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο και τα παιδιά τους μένουν αγράμματα. Προτιμούν να πεθάνουν ελπίζοντας, παρά να βλέπουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν από τις αρρώστιες και το κρύο. Δεν μπορούν να ζουν άλλο σαν δούλοι. Καλύτερα να πεθάνουν μια φορά παρά να πεθαίνουν κάθε μέρα. Αυτά λένε και ετοιμάζονται να έρθουν κατά δω. Καταλαβαίνετε τι θα συμβεί σε μια τέτοια περίπτωση».

«Να στείλουμε το ιππικό να τους κόψει το δρόμο, πριν πλησιάσουν», είπε σχεδόν τρομαγμένος ο πιο ομιλητικός από τους μυστικοσυμβούλους του πρωθυπουργού.

«Ψυχραιμία. Μην πανικοβάλλεστε. Αφού το θέλουν τόσο πολύ, αντί να πεθάνουν για αξιοπρέπεια θα τους βάλλουμε να πεθάνουν για την "πατρίδα". Ετοιμάστε τις άμαξες για κάθε ενδεχόμενο και στείλε αγγελιοφόρο στο Μεγάλο Δούκα» διέταξε ψύχραιμα ο πρωθυπουργός.

«Τι εννοείτε κύριε πρωθυπουργέ; Πώς θα γίνει αυτό;», ρώτησε ο υπουργός.

Ο πρωθυπουργός δεν απάντησε. Σηκώθηκε από την αναπαυτική του θέση και κατευθύνθηκε προς το προσωπικό του γραφείο.

Ήδη μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων είχαν εισβάλει και άλλοι υπουργοί για να μεταφέρουν τις δικές τους ανησυχίες για τις πληροφορίες που έφτασαν και στα δικά τους αυτιά σχετικά με την εξέγερση των χωρικών.

Κάποιος φώναξε δυνατά και με θυμό. «Ήταν αναμενόμενο. Το έλεγα πως δεν έπρεπε να τους πιέσουμε τόσο πολύ τους χωρικούς. Έπρεπε να σταματήσουμε πριν φτάσει ο κόμπος στο χτένι».

«Να στείλουμε το ιππικό», φώναξε κάποιος άλλος για να συνεχίσει λέγοντας:

«Αν φτάσουν μέχρι εδώ, πάνε τα σπίτια μας, θα τα ρημάξουν. Οι οικογένειές μας θα κινδυνεύσουν και οι περιουσίες μας θα καταστραφούν».

Όλη η νύχτα κύλησε μέσα στην ανησυχία και την αβεβαιότητα για το τι θα τους ξημέρωνε η επόμενη μέρα. Οι μαντατοφόροι πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα καβάλα στα άλογά τους που είχαν ιδρώσει από τους καλπασμούς.

Τα μαντάτα ήταν πάντα τα ίδια: «Οι χωρικοί πλησιάζουν και καθώς περνούν από τα χωριά πληθαίνουν όλο και περισσότερο.»

Επιτέλους ξημέρωσε. Πρώτη φορά οι υπουργοί περίμεναν με τόση αγωνία την ανατολή του ήλιου. Βγήκαν στην αυλή περιμένοντας τον πρωθυπουργό.

Την γαλήνη της ανατολής τη διέκοψε η φωνή του ντελάλη.

«Ακούστε όλοι με προσοχή! Οι γείτονες μας κήρυξαν τον πόλεμο. Όλοι οι κάτοικοι της χώρας να συγκεντρωθούν έξω από τα χωριά τους για να συγκροτηθεί ο στρατός. Όλοι ενωμένοι δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα.

Η Μεγάλη Βασίλισσα της Ευρώπης και ο Μεγάλος Δούκας της Αμερικής είναι με το μέρος μας. Όλοι μαζί θα υπερασπιστούμε μέχρι θανάτου την ¨πατρίδα¨μας.»

Παγωμάρα έπεσε παντού. Σε λίγο κατέβηκε ο πρωθυπουργός από το προσωπικό του γραφείο και διέταξε τη σύγκληση έκτακτου στρατιωτικού συμβουλίου.
«Είμαστε σε πόλεμο», είπε. «Όλοι μαζί θα απαντήσουμε στον εχθρό. Η νίκη θα είναι δική μας. Μεταφέρετε το μήνυμα σε όλα τα χωριά.»

Οι μαντατοφόροι ξανάπιασαν δουλειά πηγαίνοντας τώρα να μεταφέρουν το μήνυμα του πρωθυπουργού στους εξεγερμένους χωρικούς.

Το τι απέγινε ίσως να μπορούμε να το φανταστούμε.

Ίσως να μπορούμε να γράψουμε κι εμείς οι ίδιοι τη συνέχεια…

Δεκέμβριος 2012


ΠΗΓΗ:
https://kyrgiakischristos.wordpress.com/

Επιστροφή στην κορυφή
ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ
Επισκέπτης





ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Σαβ Νοέ 02, 2013 7:56 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
Ο ξένος με το βιβλίο και τη φλογέρα
Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη



Η μέρα ήταν ιδανική για βόλτα και πικ-νικ, κάτω από τον παχύ ίσκιο των δέντρων στο μεγάλο λιβάδι, στην ανατολική πλαγιά του λόφου.
Στη δυτική πλευρά του λόφου υπήρχε κι άλλο λιβάδι αλλά δεν είχε ούτε ένα δέντρο. Μόνο κάτι χαμηλοί θάμνοι είχαν καταδεχτεί να ριζώσουν που μπορούσαν να δώσουν τη σκιά τους, μετά βίας σε έναν άνθρωπο.
Στην κορυφή του λόφου φαινόταν από μακριά το παλάτι δίπλα σε μία μεγάλη εκκλησία που συναγωνιζόταν σε ύψος και σε αίγλη το διπλανό παλάτι.
Στη νότια πλαγιά του λόφου απλωνόταν η πόλη που ήταν εμπορικό κέντρο της περιοχής.
Είχε μπει ο Ιούνιος, ήταν και Κυριακή, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κάποιος για να πάρει την οικογένειά του και να πάει στο μεγάλο λιβάδι;
Τα παιδιά, έτρεχαν ξένοιαστα πέρα δώθε, πότε τραγουδώντας, πότε κλαίγοντας και πότε ουρλιάζοντας και παίζοντας γεμάτα χαρά.
Οι γυναίκες έστρωναν με ευλάβεια το σεντόνι που είχαν φέρει για την περίσταση και έβγαζαν σιγά-σιγά τα φαγητά και τους μεζέδες που είχαν μαζί τους από το σπίτι.
Οι άντρες έκοβαν βόλτες πατώντας με σταθερό βήμα στο χαμηλό χορτάρι του λιβαδιού, πηγαίνοντας από το ένα δέντρο στο άλλο, απολαμβάνοντας τον ίσκιο τους και τσιμπολογώντας από τα εδέσματα που βρίσκονταν απλωμένα στα σεντόνια.
Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, καμάρωναν τα παιδιά τους που έτρεχαν ανέμελα δεξιά κι αριστερά.
«Πρόσεξε παιδί μου. Μην τρέχεις. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις. Άσε που θα ιδρώσεις και ποιος ακούει τη μάνα σου», ήταν οι συμβουλές που απηύθυναν πολύ συχνά οι άντρες προς τα παιδιά τους καθώς έκαναν τη βόλτα τους κουτσοπίνοντας, ψιλοτρώγοντας και συζητώντας για τις δουλειές τους και το παιδιά τους. Ο καθένας έλεγε τα δικά του χωρίς να ακούει κουβέντα από όσα έλεγαν οι συνομιλητές τους.
Οι μανάδες, καθισμένες κάτω από τον ίσκιο, σηκώνονταν που και που για να δώσουν τις δικές τους συμβουλές: «Έλα να φας κάτι παιδί μου. Μην τρέχεις, θα ιδρώσεις και θα βήχεις το βράδυ και τότε, αλίμονο τι έχεις να ακούσεις από τον πατέρα σου».
Αρκετά μέτρα πιο πέρα, κάτω από το μοναδικό θάμνο της περιοχής, καθόταν ένας άνθρωπος. Δεν έμοιαζε με τους άλλους, ούτε στο ντύσιμο μα ούτε και στην όψη. Είχε κάπως μακριά μαλλιά, αχτένιστα και ο ίδιος έδινε την εντύπωση του ανθρώπου που δεν λογάριαζε και πολύ την εμφάνισή του.
Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο και δίπλα στα πόδια του πάνω σε μια πέτρα ήταν ακουμπισμένη μια παλιά φλογέρα.
Ήταν τόσο απορροφημένος σ’ αυτό που διάβαζε που δεν πήρε χαμπάρι ένα τσούρμο από παιδιά τα οποία τον πλησίασαν σε απόσταση δύο μέτρων και τον περιεργάζονταν.
Κάποια στιγμή, ο άνθρωπος σήκωσε το βλέμμα του και αντικρίζοντας καμιά δεκαριά παιδιά να τον κοιτάζουν, τους χαμογέλασε.
«Γεια σας παιδιά», τους είπε. «Θέλετε κάτι;»
«Ποιος είσαι εσύ;», τον ρώτησε ένα παιδί. «Μένεις στην πόλη μας;»
«Όχι, είμαι ξένος» απάντησε ο περίεργος εκείνος άνθρωπος.
«Τι διαβάζεις;», επέμενε το παιδί.
«Κάτι ιστορίες με ανθρώπους».
« Λένε αλήθεια ή ψέματα, αυτές οι ιστορίες;»
«Ψέματα».
«Και γιατί διαβάζεις αυτά τα ψέματα;»
«Γιατί, μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτω τις αλήθειες»
«Για ποιους;»
«Μα για τους ανθρώπους και τα έργα τους. Για τι άλλο;»
Τα παιδιά ξέσπασαν σε γέλια. Ένα από αυτά έτρεξε στη μητέρα του και άρχισε να της εξιστορεί όσα τους είχε πει λίγο νωρίτερα ο ξένος.
Της στάθηκε η μπουκιά στο λαιμό, της μητέρας του. Παραλίγο να πνιγεί. Κοκκίνισε από τα νεύρα της και έβγαλε μια δυνατή κραυγή.
«Παντελήήήήή. Που είσαι μωρέ; Δεν πήρες χαμπάρι τι άκουσε το παιδί μας;»
Έτρεξε ο Παντελής, κατασκοτώθηκε να πάει στη γυναίκα του και σαν έμαθε τα καθέκαστα, μάζεψε και μερικούς άλλους και σε λίγο βρέθηκαν όλοι να έχουν περικυκλώσει το δύστυχο ξένο.
«Ποιος είσαι εσύ; Πώς βρέθηκες στα μέρη μας;», τον ρώτησε κάποιος.
«Γεια σας φίλοι μου. Μην ανησυχείτε, περαστικός είμαι, δεν είμαι από δω».
«Και τι είναι αυτά που είπες στα παιδιά;» πήρε το λόγο κάποιος άλλος.
«Για ποιο πράγμα μιλάς; Δεν καταλαβαίνω!», απάντησε ο ξένος.
«Τους είπες ή όχι ότι διαβάζεις ιστορίες με ψέματα;»
«Τους είπα».
«Και ότι από τα ψέματα αυτά ανακαλύπτεις την αλήθεια;»
«Ναι! Έχω άδικο;»
«Φυσικά και έχεις άδικο. Μέσα από τα ψέματα ανακαλύπτεις το ψέμα και μόνο μέσα από τις αλήθειες ανακαλύπτεις την αλήθεια. Αυτό είναι γνωστό σε όλους. Το διδάσκουν και στα σχολεία οι δάσκαλοι»
«Κι εγώ δάσκαλος είμαι».
«Και γιατί δεν είσαι στο σχολείο;»
«Γιατί, μ’ έδιωξαν εδώ και κάμποσο καιρό».
«Άμα έλεγες τέτοια στα παιδιά, καλά σου έκαναν».
«Εσύ τι δουλειά κάνεις, αν επιτρέπεται;»
«Μεγαλέμπορος φρούτων και λαχανικών. Ο μεγαλύτερος της περιοχής»
«Στέλνεις και στο διπλανό χωριό εμπόρευμα;»
«Ασφαλώς. Το εμπόρευμά μου φημίζεται για την ποιότητά του».
«Τότε γιατί στο διπλανό χωριό τα έχουν βάλει μαζί σου και σε κατηγορούν ότι τους στέλνεις σάπια φρούτα και λαχανικά; Τις προάλλες που πέρασα από κει, οι μισοί κάτοικοι είχαν πάθει τα εντερικά τους και έλεγαν πως τα μήλα που τους πούλησες ήταν για πέταμα»
«Ε! Ας μην τα αγόραζαν. Δεν τους τα πούλησα με το ζόρι».
«Τους είπες ότι από μέσα ήταν χαλασμένα;»
«Όχι βέβαια! Κορόιδο είμαι;»
«Άρα, τους είπες ψέματα»
«Περίπου»
«Βλέπεις;»
«Τι να δώ;»
«Μέσα από το ψέμα που τους είπες, εκείνοι ανακάλυψαν την αλήθεια».
«Ποια αλήθεια;»
«Ότι το εμπόρευμά σου είναι σκάρτο και συ απατεώνας».
Οι υπόλοιποι άρχισαν να μουρμουρίζουν και να συζητούν μεταξύ τους., μέχρι που κάποιος πήρε το λόγο και είπε στον ξένο:
«Αν θες να συνεχίσεις να βρίσκεσαι εδώ, πρέπει να σταματήσεις να διαβάζεις αυτό το βιβλίο και φυσικά να μην τολμήσεις να πλησιάσεις τα παιδιά μας».
«Δεν τα πλησίασα εγώ. Εκείνα με πλησίασαν», απάντησε ο ξένος κλείνοντας το βιβλίο και ακουμπώντας το δίπλα.
Οι κάτοικοι της πόλης απομακρύνθηκαν παίρνοντας και τα παιδιά μαζί τους.
Κάποια στιγμή, ενώ είχαν απομακρυνθεί αρκετά, σταμάτησαν απότομα και κοίταξαν όλοι προς τα πίσω. Αιτία ήταν αυτός ο ήχος που έφτανε στ’ αυτιά τους. Ήταν ήχος φλογέρας που παρόμοιό του δεν είχαν ξανακούσει.
Κοιτώντας προς τον ξένο, τον είδαν να έχει πάρει τη φλογέρα στα χέρια του και να παίζει τόσο γλυκά και τόσο αληθινά που ακόμη και οι ίδιοι ξαφνιάστηκαν και άφησαν τον εαυτό τους να δείξει πως τους άρεσε πολύ ο ήχος που έβγαζε εκείνος ο ξένος με τη φλογέρα του.
Μετά ξαναφόρεσαν το βλοσυρό τους ύφος και κατευθύνθηκαν προς τον ξένο που συνέχιζε να παίζει τη φλογέρα του σαγηνεύοντας τα παιδιά και κάνοντάς τα να γελάνε και να χαίρονται.
«Τι κάνεις εκεί;» του είπε ο μεγαλέμπορος λαχανικών.
Ο ξένος σταμάτησε να παίζει τη φλογέρα του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια και του είπε με ήρεμη φωνή:
«Τι εννοείς τι κάνω; Παίζω τη φλογέρα μου»
«Γιατί;»
«Επειδή η μουσική κρύβει αλήθεια»
«Πριν διάβαζες το βιβλίο με τα ψέματα για να βρίσκεις την αλήθεια και τώρα παίζεις μουσική γιατί κρύβει αλήθεια;»
«Ακριβώς!»
«Είσαι τρελός, δεν εξηγείται αλλιώς».
«Είναι απλό. Αν γνωρίζεις τι είναι αληθινό μπορείς να ξεχωρίζεις το ψεύτικο».
«Δηλαδή;»
«Κάθεστε όλη τη μέρα κάτω από τη σκιά των δέντρων νομίζοντας ότι σας προσφέρει ασφάλεια. Αν όμως ξεσπάσει καταιγίδα θα καταλάβετε ότι η ασφάλεια που νομίζετε είναι ψεύτικη. Δεν μπορούν να συγκρατήσουν τον κεραυνό. Θα σας κάνει στάχτη».
«Κάνεις λάθος ξένε. Πάλι θα είμαστε ασφαλείς κάτω από τα δέντρα. Θα γλυτώσουμε από τη βροχή ενώ εσύ θα γίνεις μούσκεμα εδώ στο πουρνάρι που κάθεσαι».
«Γιατί φοβάστε τη βροχή; Μήπως ξεπλυθεί η μπογιά και φανεί το πρόσωπό σας;»
Τα λόγια του ξένου εξαγρίωσαν το μεγαλέμπορο ο οποίος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του ξένου όταν οι πρώτες σταγόνες της βροχής έπεσαν στα πρόσωπά τους. Με την ταραχή και τη φασαρία, κανένας τους δεν πήρε είδηση τα μαύρα σύννεφα που μαζεύτηκαν πάνω από το μεγάλο λιβάδι και την καταιγίδα που ερχόταν. Εκτός από τον ξένο.
Σχεδόν αμέσως ο ουρανός άρχισε να σκίζεται από αστραπές και οι βροντές τρόμαζαν τους μικρούς μα και τους μεγάλους.
«Πάμε κάτω από τα δέντρα», ακούστηκε μια φωνή και όλοι έτρεξαν προς τα δέντρα για να προστατευτούν από τη βροχή. Όλοι εκτός από τον ξένο που σηκώθηκε όρθιος και ούρλιαζε απεγνωσμένα:
«Όχι στα δέντρα. Όχι κάτω από τα δέντρα. Θα σας κάψουν οι κεραυνοί. Τουλάχιστον όχι τα παιδιά. Αφήστε τα παιδιά στη βροχή. Καλύτερα να βραχούν παρά να καούν. Καλύτερα να ζήσουν παρά να πεθάνουν».
Μάταια όμως προσπαθούσε. Οι γονείς τραβούσαν τα παιδιά με το ζόρι από τα χέρια και τα κρατούσαν σφιχτά κάτω από τα δέντρα. Κάποια παιδιά γλίστρησαν από τα χέρια των γονιών τους και δεν πρόλαβαν να φτάσουν στα δέντρα. Κάποιες οικογένειες, πάλι, δίστασαν να μπουν κάτω από τα δέντρα επηρεασμένοι από τα λόγια του ξένου και προτίμησαν να υποστούν τη μανία της βροχής που ράπιζε με δύναμη τα πρόσωπά τους.
Αυτό που ακολούθησε δεν περιγράφεται.
Αλλεπάλληλοι κεραυνοί έπεσαν πάνω στα δέντρα προκαλώντας το χαμό όσων βρέθηκαν εκεί για να προστατευτούν.
Όσοι γλύτωσαν, ξέσπασαν σε λυγμούς και θρήνους.
Η καταιγίδα πέρασε μα άφησε πίσω της αποκαΐδια. Το κακό είχε γίνει.
Ο ξένος, βρεγμένος μέχρι το κόκαλο, πιο πολύ από τα δάκρυα, παρά από τη βροχή, μάζεψε τη μουσκεμένη φλογέρα και το σχεδόν κατεστραμμένο βιβλίο του και απομακρύνθηκε με λυγμούς.
Κανείς δεν τον ξαναείδε. Μόνο κάποιοι από τους επιζώντες αφηγούνται πως φεύγοντας τον άκουσαν να λέει:
«Αν γνώριζαν την αλήθεια θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν εύκολα το ψέμα»

Νοέμβριος 2012
ΠΗΓΗ:
https://kyrgiakischristos.wordpress.com/

Επιστροφή στην κορυφή
ΠΑΛΑΙΜΑΧΟΣ
Επισκέπτης





ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Νοέ 12, 2013 3:15 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος
Παράκληση πλουσίων: Βοηθήστε μας φτωχοί, να μη σας μοιάσουμε
Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη



Τελικά είναι αδύνατον να φανταστεί κάποιος πόσα πράγματα μπορεί να πληροφορηθεί στα πιο απίθανα μέρη, όπως για παράδειγμα στους χώρους ενός μαιευτηρίου.
Βρέθηκα στο μαιευτήριο σε αναμονή, για αρκετές ώρες, του ερχομού του νέου μέλους μιας πολύ φιλικής οικογένειας.
Τις προηγούμενες φορές που βρέθηκα στον ίδιο χώρο οι συζητήσεις που άκουγα, χωρίς να κρυφακούω, αφορούσαν αποκλειστικά στο κάθε βρέφος που θα γεννιόταν ή που είχε γεννηθεί.
Μας είπε ο γιατρός ότι σε μία ώρα θα έχει γεννήσει.
Καλά, αν δεις τη μπέμπα, είναι ίδια η συχωρεμένη η μάνα μου.
Μιλάμε ότι τέτοιο μωρό δεν έχω ξαναδεί.
Με το που με είδε, άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε, σα να με γνώρισε.
Και πολλά ακόμη που μοιάζουν αστεία ή και ανόητα αλλά δείχνουν ακριβώς ότι η γέννηση ενός ανθρώπου ασκεί τέτοια επιρροή σ’αυτούς που τον περιμένουν που μερικές φορές τους κάνει να φέρονται σαν παιδιά και να λειτουργούν έξω από τα καθιερωμένα.
Τούτη τη φορά όμως φαινόταν αμέσως πως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Έλλειπε ο προηγούμενος ενθουσιασμός, όλοι ήταν πιο μαζεμένοι και κυρίως επικρατούσε μια παράξενη σιωπή. Λίγοι ήταν αυτοί που μιλούσαν μεταξύ τους και οι περισσότεροι, κρυφά και χαμηλόφωνα.
Ένας κύριος δίπλα μου ενημέρωνε τη σύζυγό του πως του είχαν απομείνει μόνο δέκα ευρώ στην τσέπη μετά το δώρο που πήρε για τον επερχόμενο εγγονό τους.
Δεν πειράζει, του είπε εκείνη, κάπως θα τα βολέψουμε.
Μετά από λίγο δύο κυρίες συζητούσαν για την εργασία τους.

- Πώς τα πας με τη δουλειά σου, σας μείωσε το μισθό;
- Λίγα πράγματα, όμως μας υποχρέωσε να δουλεύουμε περισσότερες ώρες. Φεύγω το πρωί και γυρίζω το βράδυ.
- Και με το παιδί τι κάνεις; Ήρθε η πεθερά σου;
- Όχι δεν μπορεί να έρθει. Έβαλα γυναίκα, εσωτερική.
- Αλήθεια; Και πού τη βρήκες; Θα σου στοιχίζει πολλά λεφτά.
- Τις δίνω 450 ευρώ, συν το φαγητό και τον ύπνο.
-Ελληνίδα είναι;
- Όχι, από την Ινδονησία. Να φανταστείς ότι ο μισθός εκεί είναι γύρω στα 50 ευρώ. Τα 450 είναι πολλά λεφτά γι’αυτήν. Δεν χαλάει τίποτα, τα στέλνει όλα στους δικούς της.
- Καλά, και πώς βρέθηκε εδώ;
- Μια κυρία τα κανονίζει αυτά. Τις φέρνει με δεκαήμερες άδειες παραμονής και μετά μένουν εδώ παράνομα. Αν τους βρει σπίτι για δουλειά, παίρνει από κάθε μία 2.500 ευρώ.
- Έχουν αυτές να δώσουν τόσα λεφτά;
- Όχι, που να τα βρουν; Απλώς, τους κρατάνε από το μισθό τους τα μισά, μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό.
- Αν τις πιάσουν χωρίς άδεια τι γίνεται;
-Τις πάνε φυλακή μέχρι να τις διώξουν. Αν τύχουν και σε τίποτα «μάγκες» αστυνομικούς, μπορεί να τους πάρουν και όσα λεφτά έχουν μαζέψει και να τις στείλουν πίσω άφραγκες.

Η ενδιαφέρουσα συζήτηση διακόπηκε με την αναγγελία της γέννησης του μωρού για το οποίο είχαν έρθει στο μαιευτήριο.
Κάνοντας μια βόλτα στην αίθουσα αναμονής, δύο κύριοι συζητούσαν και ο ένας από τους δύο έδειχνε πολύ αγανακτισμένος.
Έλεγε πως δεν αντέχει άλλο με τη δουλειά του, πως του χρωστάει το αφεντικό του τρία μηνιάτικα συν το δώρο των Χριστουγέννων και πως δεν λέει κουβέντα για το πότε θα τον πληρώσει. Άσε που δεν του κόλλησε και τα ένσημα ενός μήνα για να γλυτώσει το ΙΚΑ.
« Γιατί δεν κάνει καταγγελία;» σκέφτηκα από μέσα μου, «Η μη καταβολή του δώρου είναι αυτόφωρο αδίκημα.» Πριν προλάβω να τελειώσω τη σκέψη μου, το ίδιο ακριβώς τον ρώτησε ο συνομιλητής του.
Του απάντησε πως με την κρίση και την ανεργία που υπάρχει δεν είναι καιρός για καταγγελίες. Άλλωστε, όταν διαμαρτυρήθηκε στο αφεντικό του, πήρε την απάντηση:
« Εγώ φταίω; Δε βλέπεις που η κυβέρνηση ψηφίζει νόμους που μειώνουν τους μισθούς και καταργούν τα δώρα; Πρέπει όλοι να βοηθήσουμε για να ξεπεράσουμε την κρίση»
Ο τρίτος και ο πιο ηλικιωμένος της παρέας, που μέχρι τότε δεν μίλαγε, συμπλήρωσε λέγοντας:
«Βοηθήστε μας φτωχοί, να μη σας μοιάσουμε. Δυστυχώς, έτσι κάνουν πάντα οι πλούσιοι»

Επέστρεψα στη θέση μου προβληματισμένος. Να χαρώ για τον ερχομό του βρέφους , ή να λυπηθώ για τις δυσκολίες που θα συναντήσει;
Η δική μου η γενιά, παραδίδει στη γενιά που έρχεται πολύ λιγότερα από όσα εκείνη κληρονόμησε. Άρα, αν είναι κάτι να αλλάξει, αυτό θα γίνει από τους μικρότερους, τους πιο νέους, θα γίνει, ίσως από τη γενιά της κόρης μου.

Τα παιδιά που γεννιούνται στις μέρες μας είναι καταδικασμένα, ή να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο ξαναγεννώντας την ελπίδα ή να βάλλουν την ταφόπλακά του μια και καλή.
Μέση οδός, δεν υπάρχει.


ΠΗΓΗ:
http://kyrgiakischristos.wordpress.com/

Επιστροφή στην κορυφή

 
Μετάβαση στη:  
Μπορείτε να δημοσιεύσετε νέο Θέμα σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Δεν μπορείτε να επεξεργασθείτε τις δημοσιεύσεις σας σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράψετε τις δημοσιεύσεις σας σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν έχετε δικαίωμα ψήφου στα δημοψηφίσματα αυτής της Δ.Συζήτησης

Όλες οι Ώρες είναι GMT + 2 Ώρες